Ψαρόπουλος στη δίκη για τα Τέμπη: Η πυρόσφαιρα αποτέλεσε αιτία θανάτου της κόρης μου και τουλάχιστον άλλων 25 θυμάτων

Στις ενέργειες που έκαναν οι συγγενείς των θυμάτων από την πρώτη στιγμή, αλλά και στο ζήτημα της πυρόσφαιρας, αναφέρθηκε στην κατάθεσή του στη δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη ο Αντώνης Ψαρόπουλος, συνήγορος συγγενών θυμάτων και πατέρας της Μάρθης, ενός από τα 57 θύματα.
Μετά τη σημερινή διαδικασία, ο κ. Ψαρόπουλος δήλωσε ότι αναφέρθηκε στις προσπάθειες που έγιναν προκειμένου να διερευνηθούν οι συνθήκες της τραγωδίας, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι υπήρξαν παραλείψεις και καθυστερήσεις κατά τη διάρκεια της ανάκρισης.
«Σήμερα αναφέρθηκα στις ενέργειες που έγιναν εξαρχής από την πλευρά τη δική μου και άλλων συγγενών για να χυθεί άπλετο φως στην υπόθεση. Σαφέστατα θίγει πολύ το ζήτημα της πυρόσφαιρας γιατί αποτέλεσε και την αιτία θανάτου της κόρης μου και άλλων 25 τουλάχιστον θυμάτων», είπε.
«Αναφέρθηκα στις παραλήψεις και στις καθυστερήσεις της ανάκρισης οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να μην έχουν δοθεί σαφείς απαντήσεις μέχρι και σήμερα στη δίκη», πρόσθεσε μιλώντας στους δημοσιογράφους.
Ο ίδιος ανέφερε ότι ζήτησε από το δικαστήριο να καλυφθούν, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό, τα κενά που κατά τον ίδιο έχουν παραμείνει στην υπόθεση. Η κατάθεσή του δεν ολοκληρώθηκε και θα συνεχιστεί αύριο με ερωτήσεις από δικηγόρους της υπεράσπισης. «Ζήτησα ό,τι μπορεί να καλυφθεί σε αυτά τα κενά να γίνει από το παρών δικαστήριο. Δεν ολοκληρώθηκε η κατάθεσή μου, θα εξεταστώ αύριο από κάποιους δικηγόρους της υπεράσπισης».
Αίτημα να ερευνηθούν τα κινητά τηλέφωνα
Στα κινητά τηλέφωνα που είχαν βρεθεί στον τόπο του δυστυχήματος επικεντρώθηκε από την πλευρά της η Μαίρη Χατζηκωνσταντίνου, συνήγορος συγγενών θυμάτων των Τεμπών. Όπως ανέφερε, από τις καταθέσεις προέκυψε εκ νέου το ζήτημα της έρευνας των συγκεκριμένων συσκευών, για το οποίο, όπως είπε, είχε υποβληθεί αίτημα στον εφέτη ανακριτή ήδη από την ανάληψη των καθηκόντων του.
«Από τις καταθέσεις επιβεβαιώθηκε αυτό που είχαμε ζητήσει από το εφέτη ανακριτή, ήδη από την ανάληψη των καθηκόντων του. Δηλαδή, τα κινητά τηλέφωνα τα οποία βρέθηκαν όφειλαν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος να ερευνηθούν», είπε.
Η κ. Χατζηκωνσταντίνου υποστήριξε ότι ήδη από το 2024 είχε ζητηθεί να αποδοθούν τα κινητά, καθώς, όπως ανέφερε, δεν είχε πραγματοποιηθεί πραγματογνωμοσύνη ή άλλη ανακριτική πράξη σε αυτά. «Ήδη από το 2024 είχαμε ζητήσει να μας αποδοθούν γιατί δεν έγινε καμία πραγματογνωμοσύνη και καμία ανακριτική πράξη. Είχε εκδοθεί διάταξη του εφέτη ανακριτή με σύμφωνη γνώμη εισαγγελέα στην οποία έλεγε ότι “δεν υπάρχει λόγος να δώσουμε τα κινητά γιατί δεν υπάρχουν κατηγορίες και δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε πραγματογνωμοσύνη”. Το είπαν αυτό σημείο που υπήρχε ανάκριση και προσπαθούσαμε να συλλέξουμε αποδεικτικά στοιχεία για τις κατηγορίες».
Σύμφωνα με τη συνήγορο, από τα 17 κινητά τηλέφωνα που είχαν βρεθεί, ορισμένα ήταν σε πολύ καλή κατάσταση, ενώ άλλα είχαν καταστραφεί, χωρίς ωστόσο να αξιοποιηθεί κάποιο από αυτά. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο κατασχεμένο κινητό τηλέφωνο του σταθμάρχη.
«Σήμερα αποδείχθηκε ότι από τα 17 τηλέφωνα ορισμένα βρέθηκαν σε άριστη κατάσταση και κάποια κατεστραμμένα. Δεν αξιοποιήθηκε τίποτε από αυτά. Το χειρότερο είναι ότι δεν αξιοποιήθηκε το κατασχεμένο τηλέφωνο του βασικού μάρτυρα, του σταθμάρχη», σημείωσε.
Όπως ανακοίνωσε, οι συνήγοροι υποβάλλουν πλέον αίτημα προκειμένου να ερευνηθούν τα στοιχεία που βρίσκονται στις συσκευές, μεταξύ αυτών οι επικοινωνίες και οι φωτογραφίες. «Εμείς υποβάλουμε αίτημα για να γίνει άρση των στοιχείων, των επικοινωνιών, των φωτογραφιών και στο τηλέφωνο του σταθμάρχη και στα άλλα τηλέφωνα».





