Θεσσαλονίκη: “Ζητούσαν άδεια για κάθε ενέργεια”, κατέθεσε αστυνομικός για δράση ακροδεξιάς οργάνωσης

Στοιχεία για οργανωμένη δομή, εσωτερική ιεραρχία και συντονισμένες επιθέσεις παρουσίασε στο δικαστήριο ο βασικός αστυνομικός που είχε αναλάβει την έρευνα για την υπόθεση της Εθνικιστικής Νεολαίας Θεσσαλονίκης (ΕΝΕΘ), περιγράφοντας μια υπόθεση που –όπως υποστήριξε– εξελίχθηκε σε βάθος ετών.
Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι πρώτες ενδείξεις για τη δράση της ομάδας εντοπίζονται ήδη από το 2016 μέσα από δημοσιεύματα, ωστόσο η συστηματική αστυνομική διερεύνηση ξεκίνησε το 2019. Από εκείνο το σημείο και μετά, όπως είπε, καταγράφονταν συγκεντρώσεις και κινήσεις ατόμων από τον ακροδεξιό χώρο, με την εικόνα να μεταβάλλεται κατά περιόδους.
Κατά την κατάθεσή του, σημείωσε ότι μέχρι το 2022 παρατηρήθηκε κάμψη της δραστηριότητας, με παλαιότερα μέλη να αποσύρονται, ενώ από το 2024 και μετά η ομάδα επανεμφανίστηκε πιο ενεργή, με δημόσιες παρεμβάσεις, γκράφιτι και αναρτήσεις που –κατά την εκτίμησή του– προωθούσαν εθνικιστικό λόγο και ρητορική μίσους.
Ο ίδιος περιέγραψε περιστατικά που καταγράφηκαν από την υπηρεσία, μεταξύ αυτών φθορές σε περιοχές της Νεάπολης το 2024, αλλά και συγκέντρωση σε αερογέφυρα την 1η Νοεμβρίου, όπου εκτιμάται ότι συμμετείχαν περίπου 40 άτομα με πανό και πυρσούς, ενώ μετά τη λήξη της δράσης ακολούθησαν –σύμφωνα με καταγγελίες– νέες φθορές με γκράφιτι.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην εσωτερική λειτουργία της ομάδας, υποστηρίζοντας ότι μέσα από τις άρσεις απορρήτου προέκυπτε ιεραρχική δομή. «Υπήρχαν περιπτώσεις όπου μέλη ζητούσαν άδεια από άλλα για το αν θα προχωρήσουν ή θα οργανώσουν ενέργειες», κατέθεσε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας δύο πρόσωπα ως κεντρικούς κόμβους συντονισμού και ενημέρωσης.
Παράλληλα, ανέφερε ότι υπήρχε διαδικτυακή παρουσία της ομάδας μέσω λογαριασμών στα κοινωνικά δίκτυα, όπου –όπως είπε– δημοσιεύονταν φωτογραφίες από επιθέσεις και περιστατικά βίας, χωρίς ωστόσο να έχει αποσαφηνιστεί ποιοι διαχειρίζονταν τους λογαριασμούς.
Στην κατάθεσή του έκανε επίσης αναφορά σε περιστατικά ληστειών, περιγράφοντας οργανωμένες ομάδες που κινούνταν συντονισμένα και επιτίθεντο σε θύματα χρησιμοποιώντας αντικείμενα όπως γκλοπ και μπουκάλια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, τα θύματα είχαν δώσει καταθέσεις στην αστυνομία.
Ένα ακόμη σημείο της έρευνας, όπως ανέφερε, ήταν η χρήση διαδικτυακών συνομιλιών και ομάδων επικοινωνίας μέσω των οποίων –κατά την εκτίμηση της υπηρεσίας– αποστέλλονταν φωτογραφίες «στόχων» και γινόταν στοχοποίηση προσώπων που θεωρούνταν εχθρικά προς την ομάδα.
Στο δικαστήριο έγινε λόγος και για καταγγελία περί στρατολόγησης ανηλίκων, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος που έφτασε στην υπηρεσία τον Νοέμβριο του 2024. Ο αστυνομικός υποστήριξε ότι είχε λάβει γνώση του περιεχομένου του, το οποίο περιλάμβανε συνομιλίες και στιγμιότυπα.
Σε ερώτηση της εισαγγελίας, ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι ανήλικοι που εντάσσονταν στην ομάδα συμμετείχαν ενεργά στις πράξεις, ενώ οι ενήλικοι είχαν –κατά την εκτίμησή του– ρόλο καθοδήγησης ή ηθικής αυτουργίας.
Κλείνοντας την κατάθεσή του, σημείωσε ότι η ιδεολογική κατεύθυνση της ομάδας παρουσίαζε ομοιότητες με αυτή της Χρυσής Αυγής, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η πλειονότητα των κατηγορουμένων δεν είχε απασχολήσει ξανά τις αρχές για παρόμοια περιστατικά με εξαίρεση τέσσερα πρόσωπα που ήταν ήδη γνωστά.
Ακολουθήστε το Thestival στο 




