Εμβόλια κατά του καρκίνου: Από τη θεραπεία στην πρωτογενή πρόληψη

Αρχείο Intime
|
THESTIVAL TEAM

Τα εμβόλια έχουν αλλάξει δραματικά την πορεία των λοιμωδών νοσημάτων, αποτρέποντας, σύμφωνα με τις διαθέσιμες εκτιμήσεις, περίπου 154 εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως τα τελευταία 50 χρόνια. Η δυνατότητα αξιοποίησης της ίδιας βασικής αρχής απέναντι στον καρκίνο αποτελεί αντικείμενο έρευνας εδώ και δεκαετίες, με περιορισμένη όμως κλινική επιτυχία μέχρι σήμερα. Μια νέα ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο JAMA στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 παρουσιάζει τα νεότερα δεδομένα για τα αντικαρκινικά εμβόλια και τις διαφορετικές στρατηγικές που βρίσκονται σήμερα σε κλινική ανάπτυξη.

Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Δρ. Μαρία Καπαρέλου (Παθολόγος – Ογκολόγος) και Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι οι εξελίξεις στην ανοσολογία των όγκων και στην τεχνολογία των εμβολίων έχουν δημιουργήσει νέα δεδομένα.

Περισσότερα από 2.000 αντιγόνα των όγκων έχουν πλέον ταυτοποιηθεί, ενώ παράλληλα έχει διευρυνθεί σημαντικά η γνώση μας για τους ανοσολογικούς μηχανισμούς που απαιτούνται ώστε το ανοσοποιητικό σύστημα να αναγνωρίσει και να εξουδετερώσει αποτελεσματικά τα καρκινικά κύτταρα. Ταυτόχρονα, έχουν αναπτυχθεί ασφαλείς και αποτελεσματικές τεχνολογίες μεταφοράς των εμβολίων, ανανεώνοντας το ερευνητικό ενδιαφέρον για την αξιοποίησή τους σε διαφορετικές μορφές καρκίνου.

Πώς λειτουργούν τα εμβόλια

Όπως συμβαίνει και με τα εμβόλια έναντι των λοιμώξεων, τα αντικαρκινικά εμβόλια συνδυάζουν τρία βασικά συστατικά: το αντιγόνο, δηλαδή τον στόχο που καλείται να αναγνωρίσει το ανοσοποιητικό σύστημα, έναν ανοσοενισχυτικό παράγοντα που ενεργοποιεί την ανοσιακή απόκριση και ένα κατάλληλο σύστημα μεταφοράς. Μετά τη χορήγηση του εμβολίου, τα αντιγόνα προσλαμβάνονται από κύτταρα του έμφυτου ανοσοποιητικού συστήματος, κυρίως από τα δενδριτικά κύτταρα, τα οποία τα επεξεργάζονται και τα παρουσιάζουν στα Τ- και Β-λεμφοκύτταρα. Με αυτόν τον τρόπο ενεργοποιείται η επίκτητη ανοσία, δημιουργώντας μια ειδική ανοσιακή απόκριση απέναντι στα καρκινικά κύτταρα που φέρουν το συγκεκριμένο αντιγόνο, η οποία μπορεί να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Τα αντιγόνα που μπορούν να αποτελέσουν στόχο ενός αντικαρκινικού εμβολίου διαφέρουν σημαντικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις πρόκειται για μη μεταλλαγμένες πρωτεΐνες, όπως το ERBB2/HER2 και το MUC1, οι οποίες εκφράζονται ή τροποποιούνται με διαφορετικό τρόπο στα καρκινικά κύτταρα και μπορούν έτσι να αναγνωριστούν από το ανοσοποιητικό σύστημα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα νεοαντιγόνα, τα οποία προκύπτουν από μεταλλάξεις του όγκου και δημιουργούν νέες αλληλουχίες αμινοξέων που δεν υπάρχουν στα φυσιολογικά κύτταρα. Τα νεοαντιγόνα μπορούν να προκαλέσουν ειδική Τ-κυτταρική ανοσιακή απόκριση, ενεργοποιώντας τόσο τα CD8+ κυτταροτοξικά όσο και τα CD4+ βοηθητικά Τ-λεμφοκύτταρα.

Ορισμένες εμβολιαστικές και ανοσολογικές προσεγγίσεις έχουν ήδη περάσει στην κλινική πράξη. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το sipuleucel-T για τον μεταστατικό ευνουχοάντοχο καρκίνο του προστάτη, το BCG για τον μη μυοδιηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης και το talimogene laherparepvec (T-VEC), ένας ογκολυτικός ιός που χορηγείται ενδοογκικά σε ασθενείς με προχωρημένο, μη εξαιρέσιμο μελάνωμα. Οι προσεγγίσεις αυτές διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, αλλά έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό την ενεργοποίηση της επίκτητης ανοσιακής απόκρισης έναντι του καρκίνου.

Εξατομικευμένα εμβόλια

Ιδιαίτερη ερευνητική δραστηριότητα καταγράφεται σήμερα στην ανάπτυξη εξατομικευμένων εμβολίων. Η αλληλούχηση νέας γενιάς, η τεχνητή νοημοσύνη και οι τεχνολογίες εμβολίων που βασίζονται σε νουκλεϊκά οξέα επιτρέπουν την αναγνώριση των μεταλλάξεων ενός όγκου και την ανάπτυξη εμβολίων που στοχεύουν νεοαντιγόνα του συγκεκριμένου ασθενούς. Ωστόσο, κανένα εμβόλιο που βασίζεται σε μεταλλαγμένα αντιγόνα δεν έχει σήμερα έγκριση από τον FDA.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το εξατομικευμένο εμβόλιο mRNA-4157 σε ασθενείς με χειρουργημένο μελάνωμα υψηλού κινδύνου σταδίου IIIB-IV. Συνολικά 157 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε mRNA-4157 μαζί με pembrolizumab ή σε pembrolizumab μόνο. Με διάμεση παρακολούθηση 23 μηνών, η επιβίωση χωρίς υποτροπή ήταν 76,6% με τον συνδυασμό έναντι 60% με pembrolizumab μόνο. Το mRNA-4157 αξιολογείται πλέον σε τυχαιοποιημένες μελέτες φάσης III.

Η ανασκόπηση αναφέρεται επίσης σε μικρή μελέτη φάσης I στον καρκίνο του παγκρέατος. Από τους 16 ασθενείς που έλαβαν εξατομικευμένο RNA εμβόλιο νεοαντιγόνων μετά τη χειρουργική επέμβαση, οι 8 ανέπτυξαν ειδική Τ-κυτταρική ανοσιακή απόκριση. Με διάμεση παρακολούθηση 3,2 ετών, οι ανοσιακές αποκρίσεις εξακολουθούσαν να είναι ανιχνεύσιμες.

Εμβόλια πρόληψης του κακρίνου

Παράλληλα, τα εμβόλια αρχίζουν να μελετώνται και στο πεδίο της πρόληψης του καρκίνου σε άτομα αυξημένου κινδύνου. Σε μελέτη φάσης Ib/II σε άτομα με σύνδρομο Lynch, το Nous-209, ένα εμβόλιο που κωδικοποιεί 209 αντιγόνα από μεταλλάξεις τύπου frameshift, προκάλεσε ειδική ανοσιακή απόκριση σε όλους τους αξιολογήσιμους συμμετέχοντες. Στο 85% εξακολουθούσαν να ανιχνεύονται ειδικά Τ-λεμφοκύτταρα έναν χρόνο αργότερα, ενώ δεν αναφέρθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με το εμβόλιο. Πρόκειται, ωστόσο, για δεδομένα ασφάλειας και ανοσογονικότητας και όχι για απόδειξη ότι το εμβόλιο προλαμβάνει την εμφάνιση καρκίνου.

Σημαντικές προκλήσεις εξακολουθούν να υπάρχουν. Η αναγνώριση των κατάλληλων νεοαντιγόνων και η παραγωγή ενός εξατομικευμένου εμβολίου μπορεί να απαιτούν αρκετές εβδομάδες, ενώ σχεδόν οι μισοί δυνητικά κατάλληλοι ασθενείς σε ορισμένες μελέτες τελικά δεν έλαβαν το εμβόλιο, είτε λόγω εξέλιξης της νόσου που απαιτούσε χημειοθεραπεία είτε λόγω αδυναμίας παραγωγής του. Επιπλέον, πολλά από αυτά τα εμβόλια χορηγούνται μαζί με ανοσοθεραπεια, με στόχο τη βελτιστοποίηση της κλινικής αποτελεσματικότητας.

Η ανάπτυξη αντικαρκινικών εμβολίων παραμένει ένα απαιτητικό πεδίο, με σημαντικές επιστημονικές και πρακτικές προκλήσεις, τονίζουν οι επιστήμονες.

«Ωστόσο, η βαθύτερη κατανόηση της ανοσολογίας των όγκων, η δυνατότητα αναγνώρισης ολοένα περισσότερων καρκινικών αντιγόνων και οι νέες τεχνολογίες ανάπτυξης και χορήγησης εμβολίων έχουν ανανεώσει το ερευνητικό ενδιαφέρον. Σήμερα, τα αντικαρκινικά εμβόλια μελετώνται όχι μόνο για τη θεραπεία της εγκατεστημένης νόσου και την πρόληψη της υποτροπής,