Η Παναγία ως τόπος συνάντησης Θεού και ανθρώπου

Υπάρχουν εποχές κατά τις οποίες ο άνθρωπος αισθάνεται περισσότερο από ποτέ την ανάγκη να συναντήσει τον άλλον. Η δική μας είναι μία τέτοια εποχή.
Του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου
Παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη των μέσων επικοινωνίας, παρά την αδιάκοπη ψηφιακή διασύνδεση και την ταχύτητα με την οποία μεταδίδονται οι πληροφορίες, ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει συχνά μια παράδοξη μοναξιά. Επικοινωνεί πολύ, αλλά δεν συναντά πάντοτε πραγματικά. Βλέπει πρόσωπα στις οθόνες, ανταλλάσσει λόγια και εικόνες, όμως δυσκολεύεται να ανοίξει χώρο μέσα του για την παρουσία του άλλου.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα η μορφή της Παναγίας , με αφορμή την εορτή της Κοιμήσεως και της εις Ουρανούς Μεταστάσώς Της, αποκτά μια ιδιαίτερη επικαιρότητα. Διότι η Θεοτόκος είναι κατεξοχήν ο τόπος της συνάντησης: εκεί όπου ο Θεός συναντά τον άνθρωπο και ο άνθρωπος προσφέρεται ελεύθερα στον Θεό.
Στο πρόσωπο της Θεομήτορος έχουμε έναν ζωντανό διάλογο. Ο Θεός δεν εισβάλλει στη ζωή της Μαρίας, δεν καταργεί την ελευθερία της, δεν την αντιμετωπίζει ως παθητικό όργανο του σχεδίου Του. Της απευθύνεται και αναμένει την ελεύθερη συγκατάθεσή της. Και εκείνη αποκρίνεται θετικά, και αυτή της η απόκριση στην πρόκληση του Θεού, αποτελεί την καθολική ανθρώπινη απάντηση στην κλήση προς συνάντηση και σωτηρία. Η συνάντηση πραγματοποιείται επειδή υπάρχει ελευθερία, εμπιστοσύνη και αγάπη.
Γι’ αυτό η Εκκλησία βλέπει στο πρόσωπό της πολύ περισσότερα από μία ευσεβή μορφή της ιστορίας. Βλέπει εκείνη που γίνεται η ίδια «έμψυχος ναός» του Θεού, τον χώρο μέσα στον οποίο πραγματοποιείται το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως. Ο άπειρος Θεός χωρεί μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη, και από την Παναγία ο Υιός και Λόγος του Θεού προσλαμβάνει αληθινή ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό και ο τίτλος «Θεοτόκος», τον οποίο υπερασπίστηκε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο, δεν αποτελεί απλώς τιμητική προσφώνηση προς τη Μαρία· αποτελεί ομολογία πίστεως για τον ίδιο τον Χριστό: Αυτός που γεννήθηκε από εκείνη είναι αληθινά Θεός και αληθινά άνθρωπος.
Η Παναγία γίνεται έτσι το όριο όπου το κτιστό συναντά το Άκτιστο, όχι για να εξαφανισθεί μέσα Του, αλλά για να ανακαινισθεί. Και αυτό έχει τεράστια σημασία για τον σημερινό άνθρωπο. Διότι η μεγαλύτερη ίσως τραγωδία της σύγχρονης απομόνωσης δεν είναι ότι ο άνθρωπος μένει μόνος, αλλά ότι συνηθίζει να ζει χωρίς να προσφέρει χώρο στον άλλον.
Ο ψηφιακός πολιτισμός μάς επιτρέπει να επιλέγουμε τι θα δούμε, ποιον θα ακούσουμε, ποιον θα αποκλείσουμε. Μπορούμε ακόμη και να κατασκευάζουμε έναν κόσμο προσαρμοσμένο στις προτιμήσεις μας. Όμως η αληθινή συνάντηση αρχίζει ακριβώς όταν παύουμε να θεωρούμε τον εαυτό μας ως το μοναδικό κέντρο του κόσμου μας. Η Παναγία μάς αποκαλύπτει μια διαφορετική στάση ζωής: γίνεται μεγάλη επειδή ανοίγεται· γίνεται πλήρης επειδή προσφέρεται· γίνεται «Κεχαριτωμένη» επειδή ολόκληρη η ύπαρξή της μετατρέπεται σε χώρο υποδοχής του Θεού.
Και όταν ο άνθρωπος ανοίγεται στον Θεό, ανοίγεται αναπόφευκτα και στον συνάνθρωπο. Η Ενανθρώπηση δεν αποκαθιστά μόνο τη σχέση Θεού και ανθρώπου· θεμελιώνει εκ νέου και τη σχέση ανθρώπου προς άνθρωπο. Η εγγύτητα προς τον Θεό δεν μπορεί να συνυπάρχει με την αδιαφορία προς τον αδελφό.
Σε έναν κόσμο, λοιπόν, όπου πολλοί άνθρωποι αισθάνονται αόρατοι μέσα στο πλήθος, όπου η μοναξιά μπορεί να κρύβεται ακόμη και πίσω από χιλιάδες ψηφιακές «συνδέσεις», η Παναγία μάς προτείνει έναν άλλο τρόπο υπάρξεως: να γίνουμε τόπος για τον άλλον. Να ακούμε πριν απαντήσουμε. Να δεχόμαστε πριν κρίνουμε. Να αφήνουμε χώρο στη διαφορετικότητα του προσώπου που βρίσκεται απέναντί μας. Να μετατρέπουμε την παρουσία μας από διεκδίκηση σε προσφορά.
Ίσως τελικά αυτό να είναι ένα από τα βαθύτερα μηνύματα της Θεοτόκου προς τον σύγχρονο κόσμο. Ο άνθρωπος θεραπεύει την απομόνωσή του όχι απλώς πολλαπλασιάζοντας τις επικοινωνίες του, αλλά μαθαίνοντας ξανά το μυστήριο της συνάντησης. Και η Παναγία στέκεται στο κέντρο αυτού του μυστηρίου: ως η ανθρώπινη ύπαρξη που άνοιξε τόσο πολύ στον Θεό, ώστε ο Θεός έγινε άνθρωπος μέσα της, και τόσο πολύ στον άνθρωπο, ώστε έγινε Μητέρα Εκείνου που ήλθε να ενώσει «τα διεστώτα».
Στο πρόσωπό της η Εκκλησία βλέπει, επομένως, όχι μια φυγή από τον κόσμο, αλλά την ελπίδα για έναν κόσμο διαφορετικό: έναν κόσμο κοινωνίας αντί απομονώσεως, σχέσεως αντί αυτάρκειας, προσφοράς αντί εγκλεισμού. Έναν κόσμο στον οποίο ο άνθρωπος μπορεί και πάλι να συναντήσει τον Θεό, επειδή έμαθε να ανοίγει την καρδιά του για να συναντήσει αληθινά τον άνθρωπο.





