ΔΕΘ, δημοψήφισμα και δημόσιος διάλογος

Intime
|
THESTIVAL TEAM

Του Χρήστου Αβδελλά*

Τους προηγούμενους μήνες η συζήτηση για τη ΔΕΘ επικεντρώθηκε κυρίως στο περιεχόμενο της ανάπλασης. Σήμερα, το επίκεντρο μετατοπίζεται σε κάτι εξίσου κρίσιμο: στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις και διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος.

Αφορμή αποτελούν οι αιτήσεις  που κατατέθηκαν από την οργανωτική επιτροπή του δημοψηφίσματος. Πρόκειται για έναν σημαντικό αριθμό πολιτών που δείχνει ότι ένα τμήμα της κοινωνίας ενδιαφέρεται ενεργά για το ζήτημα. Αυτό είναι θετικό και δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Την ίδια στιγμή, όμως, η συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από τη διαδικασία δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Όχι γιατί αμφισβητείται η πρόθεση όσων συμμετείχαν, αλλά γιατί πρόκειται για μια διαδικασία που φιλοδοξεί να οδηγήσει σε μια σοβαρή θεσμική απόφαση.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο έλεγχος της εγκυρότητας των αιτήσεων και της συνολικής διαδικασίας δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως εχθρική ενέργεια. Ο έλεγχος της διαδικασίας δεν αποτελεί προσβολή της δημοκρατίας. Αποτελεί προϋπόθεσή της.

Η μετατροπή μιας θεσμικής διαδικασίας σε αφήγημα σύγκρουσης, όπου κάθε έλεγχος παρουσιάζεται ως επίθεση και κάθε ερώτημα ως συκοφαντία, δεν συμβάλλει στη διαλεύκανση της υπόθεσης. Αντιθέτως, θολώνει τη συζήτηση και απομακρύνει την ουσία.

Η διαφάνεια και η αξιοπιστία δεν είναι διαπραγματεύσιμες. Είναι η βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί οποιαδήποτε σοβαρή απόφαση.

Άλλωστε, η ίδια η θεσμική πρόβλεψη είναι σαφής. Εφόσον συγκεντρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός έγκυρων αιτήσεων, το ζήτημα μπορεί να τεθεί στο Δημοτικό Συμβούλιο, το οποίο καλείται να αποφασίσει, ενώ για τη λήψη απόφασης απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του. Ο Δήμος έχει ήδη ζητήσει γνωμοδότηση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και η Οργανωτική Επιτροπή έχει καταθέσει συμπληρωματικά στοιχεία και πρωτογενές υλικό.

Αυτό ακριβώς δείχνει και την πραγματική φύση της στιγμής που διανύουμε. Το ζήτημα δεν είναι πια αν υπάρχει απλώς μια καμπάνια ή μια δημόσια πίεση. Το ζήτημα έχει ήδη περάσει στο πεδίο της πολιτικής και θεσμικής ευθύνης.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται και μια βασική αντίφαση. Δεν μπορείς, από τη μία, να διακηρύσσεις ότι εκφράζεις τη βούληση της πλειοψηφίας της πόλης και, από την άλλη, όταν προκύπτουν ερωτήματα ή δυσκολίες, να μεταφέρεις την ευθύνη στη διοίκηση του Δήμου με το επιχείρημα «ας κάνει τότε ο Δήμαρχος το δημοψήφισμα». Οι θεσμοί δεν λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο.

Η δημοτική αρχή δεν είναι υποχρεωμένη να υιοθετήσει αυτομάτως κάθε πρωτοβουλία πολιτών. Τέτοιες πρωτοβουλίες μπορούν να αναδείξουν ζητήματα και να οδηγήσουν τη συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο. Από εκεί και πέρα, όμως, η ευθύνη της αξιολόγησης και της τελικής απόφασης ανήκει στα εκλεγμένα όργανα, τα οποία καλούνται να κρίνουν με βάση το δημόσιο συμφέρον της πόλης. Αυτό δεν αναιρεί τον ρόλο και τη σημασία της συμμετοχής των πολιτών. Τον καθιστά όμως μέρος μιας θεσμικής διαδικασίας και όχι υποκατάστατό της.

Η αξιοπιστία μιας διαδικασίας δεν κατοχυρώνεται με δημόσιες καταγγελίες ή με την ένταση του λόγου. Κατοχυρώνεται μέσα από θεσμικό έλεγχο, διαφάνεια και τεκμηρίωση.

Ταυτόχρονα, αξίζει να σταθούμε και σε ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο: το ίδιο το ερώτημα ενός δημοψηφίσματος. Δεν είναι μια τυπική λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας της διαδικασίας.

Θέλουμε περισσότερο πράσινο στο κέντρο της πόλης; Η απάντηση είναι προφανώς ναι.
Θέλουμε έναν αναβαθμισμένο εκθεσιακό φορέα με διεθνή παρουσία; Επίσης ναι.

Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι πώς αυτά τα δύο συνδυάζονται στην πράξη. Δεν είναι ένα δίλημμα άσπρου ή μαύρου. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο.

Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα. Δεν μπορούμε να καλούμαστε να απαντήσουμε σε ένα δημοψήφισμα χωρίς να είναι σαφές τι ακριβώς προτείνεται. Πού θα πάει η ΔΕΘ; Τι θα γίνει με τις εκθεσιακές και συνεδριακές υποδομές; Ποιο είναι το συνολικό σχέδιο;

Ένα δημοψήφισμα χωρίς σαφές και πλήρως τεκμηριωμένο ερώτημα δεν λύνει το πρόβλημα. Το μεταθέτει.

Σήμερα, υπάρχει στο τραπέζι μια συγκεκριμένη πρόταση, η οποία, ανεξάρτητα από επιμέρους διαφωνίες, επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για ενίσχυση του πρασίνου και στη διατήρηση της εκθεσιακής δραστηριότητας στο κέντρο της πόλης. Αντιθέτως, η εναλλακτική που προβάλλεται συχνά εξαντλείται σε ένα σύνθημα, χωρίς να απαντά στα βασικά ερωτήματα που η ίδια η πόλη καλείται να λύσει.

Δεν είναι όλες οι διαφωνίες προβληματικές. Το αντίθετο. Η πολιτική αντιπαράθεση είναι αναγκαία και υγιής. Δεν μπορεί όμως, με την πρώτη διαφωνία ή με την πρώτη δημόσια διατύπωση ερωτημάτων, να μετατρέπεται σε πεδίο προσωπικών επιθέσεων και υπαινιγμών που θίγουν πρόσωπα και υπολήψεις. Ο δημόσιος διάλογος χρειάζεται ψυχραιμία και σεβασμό. Όχι υπαινιγμούς και προσωπικές αιχμές.

Σε μια περίοδο έντασης, είναι εύκολο να διολισθήσουμε σε απλουστεύσεις και εύκολα σχήματα. Να αντιμετωπίσουμε ένα σύνθετο ζήτημα είτε ως τεχνικό είτε ως αφορμή πολιτικής σύγκρουσης. Όμως η ανάπλαση της ΔΕΘ δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Δεν είναι όλα τα ζητήματα της πόλης πεδίο πολιτικής έντασης ή ευκαιρία εντυπωσιασμού. Ούτε μπορούν να μετατρέπονται σε διαρκή σύγκρουση, κάθε φορά που τίθενται εύλογα ερωτήματα. Η πόλη δεν έχει ανάγκη από σκηνές αντιπαράθεσης, αλλά από λύσεις.

Είναι ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για το μέλλον της Θεσσαλονίκης. Και ως τέτοιο, απαιτεί σοβαρότητα, τεκμηρίωση και καθαρές επιλογές.

Τα μεγάλα ζητήματα της πόλης δεν λύνονται με συνθήματα ούτε με αφηγήματα σύγκρουσης. Λύνονται με σοβαρότητα, τεκμηρίωση και τη δύσκολη αλλά αναγκαία επιλογή της σύνθεσης.

*Ο Χρήστος Αβδελλάς είναι σύμβουλος της Α΄ Δημοτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης

Διαβάστε μας στο Google News Ακολουθήστε το Thestival στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από τη Θεσσαλονίκη, την Ελλάδα και τον κόσμο.