Θεσσαλονίκη: Τα υπεραιωνόβια πλατάνια ως ζωντανά μνημεία της πόλης που ενώνονται με μια κρυφή διαδρομή από την Άνω Πόλη μέχρι το Λευκό Πύργο

ΑΠΕ-ΜΠΕ
|
THESTIVAL TEAM

Υπήρχε σε μια προνομιακή γωνιά της Άνω Πόλης πριν ακόμη η Θεσσαλονίκη αποκτήσει τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Έζησε τη βυζαντινή εποχή, την τουρκοκρατία, την απελευθέρωση, τους πολέμους, τις μεγάλες αλλαγές της πόλης και στέκει ακόμη εκεί, οκτώ αιώνες μετά, στη συμβολή των οδών Ακροπόλεως και Επταπυργίου.

Ο υπεραιωνόβιος πλάτανος της Άνω Πόλης δεν είναι απλώς ένα δέντρο. Είναι ένας ζωντανός μάρτυρας της ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Είδε την πόλη με χωμάτινους δρόμους, με καλντερίμια, με άσφαλτο και σύγχρονες πολυκατοικίες. Κι όμως, συνεχίζει να επιβιώνει σε ένα ολοένα πιο σκληρό αστικό περιβάλλον, με τις ρίζες του να φτάνουν βαθιά στον υδροφόρο ορίζοντα.

Αυτόν τον πλάτανο, μαζί με άλλα τρία επίσης υπεραιωνόβια πλατάνια που βρίσκονται σε κομβικά σημεία του ιστορικού κέντρου, επιχειρεί να αναδείξει και να προστατεύσει το κυλιόμενο εργαστήριο σχεδιασμού του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Τα αποτελέσματα της δουλειάς παρουσιάζονται στην έκθεση «PlaneScapes | Τοπία Πλατάνων», που φιλοξενείται στο MOMus-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Τα τέσσερα πλατάνια βρίσκονται απέναντι από την κεντρική Πορτάρα στην Άνω Πόλη, δίπλα στο Τουρκικό Προξενείο, στην πλατεία Ναυαρίνου και στο πάρκο Εθνικής Αμύνης – Παύλου Μελά, απέναντι από τον Λευκό Πύργο. Παρότι το νεότερο από αυτά ξεπερνά τα 200 χρόνια ζωής, μέχρι σήμερα δεν διαθέτουν θεσμική προστασία ως διατηρητέα μνημεία της φύσης. «Η πόλη αυτή είναι μια πόλη με πολύ μεγάλη ιστορία και πολλά μνημεία, τα οποία προσπαθήσαμε να προστατεύσουμε και να αναδείξουμε ως τμήματα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Αντίθετα, δεν έχουμε αναδείξει καθόλου αυτό που ονομάζουμε φυσική πολιτιστική κληρονομιά της πόλης», λέει στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ και διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Αρχιτεκτονικής Τοπίου Αθηνά Βιτοπούλου. «Αυτά τα πλατάνια ήταν πριν από εμάς και θα είναι και μετά από εμάς. Θεωρούμε ότι πρέπει να προστατευτούν και να ενσωματωθούν στη συνολική πολιτιστική κληρονομιά της πόλης», προσθέτει.

Η νοητή γραμμή που ενώνει τα τέσσερα πλατάνια και η υπόγεια διαδρομή

Τα τέσσερα δέντρα, ωστόσο, δεν συνδέονται μόνο συμβολικά. Αν κάποιος ενώσει τα σημεία όπου βρίσκονται, θα διαπιστώσει ότι σχηματίζουν μια καμπυλωτή γραμμή. Κάτω από αυτήν, σύμφωνα με τους ερευνητές, περνούσε ο χείμαρρος της Ροτόντας, ένας από τους παλιούς δρόμους του νερού της Θεσσαλονίκης.

Ο χείμαρρος ξεκινούσε από την περιοχή του Σέιχ Σου, περνούσε κοντά από τη Μονή Βλατάδων, ακολουθούσε περίπου τη σημερινή πορεία της οδού Αποστόλου Παύλου και κατέληγε στη θάλασσα, κοντά στον Λευκό Πύργο. Η ύπαρξη νερού εξηγεί και γιατί τα συγκεκριμένα πλατάνια επιβίωσαν επί αιώνες σε τόσο πυκνά δομημένες περιοχές. «Τα πλατάνια αυτά σχετίζονται με τον υπόγειο δρόμο του νερού και μας θυμίζουν μια αφανή πλευρά της ιστορίας της πόλης», σημειώνει η κ. Βιτοπούλου. «Προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε έναν ενιαίο περίπατο, μια αστική αφήγηση που να συνδέει χωρικά και συμβολικά τα τέσσερα πλατάνια. Έναν περίπατο που θα ξεκινά από την Άνω Πόλη και θα καταλήγει στον Λευκό Πύργο, ακολουθώντας αυτή την κρυμμένη διαδρομή του νερού», συμπληρώνει.

Στο πλαίσιο της πρότασης, η ομάδα σχεδιασμού εισηγείται την αναβίωση παλιών δημόσιων κρηνών που υπήρχαν μέχρι και τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 κατά μήκος της διαδρομής. Στόχος είναι ο επισκέπτης να μπορεί να ακολουθεί το ίχνος του νερού και να ανακαλύπτει σταδιακά τη σχέση της πόλης με τα πλατάνια της.

Η αναπληρώτρια καθηγήτρια και διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Περιβαλλοντικού Αρχιτεκτονικού και Αστικού Σχεδιασμού Βενετία Τσακαλίδου, τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι τα δέντρα αυτά έχουν συνδεθεί διαχρονικά με την καθημερινότητα των κατοίκων. «Αν δείτε παλιές φωτογραφίες, τα πλατάνια συνοδεύονται πάντα από μια κρήνη. Οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν εκεί για να πάρουν νερό, να σταθούν στη σκιά, να συναντηθούν. Ειδικά το πλατάνι δίπλα στον Λευκό Πύργο ήταν γνωστό ως “το ραντεβουδάκι”, γιατί αποτελούσε σημείο συνάντησης για τους κατοίκους της πόλης», αναφέρει και υπογραμμίζει ότι «τα δέντρα αυτά έχουν συνδεθεί με την ιστορία και τις συμπεριφορές των ανθρώπων γύρω τους. Συχνά θεωρούμε δεδομένη την παρουσία τους, όμως πολλές φορές τα πιέζουμε ασφυκτικά μέσα στον αστικό χώρο».

Η ασφυξία του τσιμέντου και η ανάγκη να «ανασάνουν» ξανά

Αυτή ακριβώς η ασφυξία αποτελεί και μία από τις βασικές διαπιστώσεις του εργαστηρίου. Γύρω από πολλά από τα πλατάνια, το έδαφος έχει καλυφθεί σχεδόν πλήρως με τσιμέντο και σκληρά υλικά, με αποτέλεσμα οι ρίζες να δυσκολεύονται να οξυγονωθούν και να απορροφήσουν το νερό της βροχής.

Οι προτάσεις που παρουσιάζονται στην έκθεση κινούνται προς ήπιες παρεμβάσεις ανασχεδιασμού του δημόσιου χώρου. Περιλαμβάνουν περισσότερες διαπερατές επιφάνειες γύρω από τους κορμούς, σημεία στάσης και ξεκούρασης, αλλά και νέες βρύσες σχεδιασμένες όχι μόνο για ανθρώπους, αλλά και για τα ζώα και τα πουλιά της πόλης.

Άλλωστε, όπως επισημαίνει η κ. Βιτοπούλου, «το πλατάνι δεν είναι μόνο ένα δέντρο. Είναι ένα ολόκληρο οικοσύστημα. Στις ρίζες, στον κορμό και στα κλαδιά του φιλοξενούνται μικροοργανισμοί, έντομα, πουλιά, μέλισσες και πεταλούδες. Αυτό προσπαθήσαμε να αποτυπώσουμε και στην έκθεση μέσα από οικολογικές στρωματογραφίες».

Η ίδια εκφράζει αισιοδοξία για τη στάση των νεότερων γενιών απέναντι στο πράσινο και τη φύση. «Οι άνθρωποι καταλαβαίνουν πλέον ότι μέσα σε αυτό το πολύ σκληρό αστικό περιβάλλον, το πράσινο είναι απαραίτητο για την ποιότητα ζωής. Τα δέντρα μάς βοηθούν να αναπνέουμε και να ζούμε καλύτερα», τονίζει.

Από την πλευρά της, η Βενετία Τσακαλίδου υπογραμμίζει ότι η Θεσσαλονίκη διαθέτει μικρό ποσοστό πρασίνου ανά κάτοικο και χρειάζεται πιο βιώσιμες και ανθεκτικές προσεγγίσεις στον αστικό σχεδιασμό. «Στο εξωτερικό αυτή η αντίληψη είναι ήδη πολύ διαδεδομένη. Η Θεσσαλονίκη πρέπει να στραφεί πιο αποφασιστικά προς έναν πιο πράσινο σχεδιασμό και στην ανάδειξη τέτοιων φυσικών μνημείων, γιατί τελικά όλο αυτό επιστρέφει στον ίδιο τον άνθρωπο», σημειώνει.

Η έκθεση «PlaneScapes | Τοπία Πλατάνων» διοργανώθηκε στο πλαίσιο του Aristotle Innovation Forum. Στην ομάδα επιμέλειας και σχεδιασμού της Έκθεσης συμμετέχουν επίσης: το μέλος ΕΔΙΠ του Τμήματος Γεωπονίας Δρ Ελένη Αθανασιάδου, η αρχιτέκτονας Ελευθερία Γαβριηλίδου, και οι φοιτητές του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Γιάννης Βαγιωνάς, Αντώνης Κασσαπάκης, Γιώργος Κρεοπώλης, και Αχιλλέας Παπουτσόπουλος. Φιλοξενείται στο MOMus-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και θα ολοκληρωθεί την Πέμπτη 4 Ιουνίου.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ