Αλλαγή πλεύσης στην αναπτυξιακή πολιτική της χώρας

Όλοι συμφωνούν ότι η χώρα χρειάζεται ένα γιγάντιο σύνολο επενδύσεων για να καλύψει το κενό των 130 δις ευρώ που τη χωρίζει από τον μέσο κοινοτικό όρο. Όλοι γνωρίσουν ότι για να επιστρέψουν τα παιδιά μας από το εξωτερικό χρειάζονται νέες αναπτυξιακές ευκαιρίες που θα δώσουν δουλειά. Αυτό είναι το ζητούμενο σήμερα. Ο τρόπος σκέψης που έχει οδηγήσει πάνω από 600 νέους και νέες στο εξωτερικό είναι ξεπερασμένος αν όχι επικίνδυνος για το μέλλον της χώρας.
Πλανώνται λοιπόν πλάνη οικτρά όσοι πιστεύουν ότι με τα ξεπερασμένα αναπτυξιακά υποδείγματα των παλαιών εποχών, θα προσεγγίσουμε ένα πιο αισιόδοξο μέλλον.
Το ίδιο ισχύει και για όσους δεν υιοθετούν τον ορισμό της βιώσιμης ανάπτυξης με κυρίαρχα και ισοδύναμα συστατικά το δίπτυχο, αύξηση της παραγωγής και προστασία περιβάλλοντος. Πράγματι, η υπερπρόταξη είτε των περιβαλλοντικών ευαισθησιών εις βάρος της ανάπτυξης είτε της βιομηχανίας εις βάρος του περιβάλλοντος οδηγεί στην στρεβλή-ανισόρροπη ανάπτυξη.
Οπότε, κάποια ώρα πρέπει να αποφασίσουμε για την εξής απλή επιλογή: Ή θα κυριαρχήσουν στη χώρα οι αρκούδες, οι χελώνες και τα πουλιά ή μόνο εμείς είτε θα συμβιώσουμε και οι δυο μαζί. Μόνο η τελευταία εναλλακτική λύση είναι όμως συμβατή με τον όρο βιώσιμη ανάπτυξη.
Ως προς το σύνδρομο της μετριότητας, που διαπερνά τη χώρα από τη γέννησή της , αυτό είναι διάχυτο σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας. Έτσι μας έμαθε να βλέπουμε τον κόσμο και να σκεπτόμαστε το πολιτικό σύστημα της μεταπολεμικής περιόδου, με συνέπεια το αυτονόητο μέγεθος σε έργα, κτήρια, εταιρίες κ.λπ να το θεωρούμε φαραωνικό!
Αν συγκρίνετε, λόγου χάρη, την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη του 1990 ή ακόμη του 2000 με αυτήν του 2023, θα διαπιστώσετε μετρημένες αλλαγές στα δάκτυλα, αφού η γενική εικόνα της πόλης είναι ίδια. Κάποια κτίσματα αυτοαποκαλούμενα ως πύργοι (ή ορθότερα «κουτιά με βεράντες» ενός μέτριου ύψους), χωρίς αισθητική –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– είμαι τα μόνα που κτίστηκαν εδώ και δύο ή τρεις περίπου δεκαετίες.
Αν κάνετε όμως τη διαχρονική αυτή σύγκριση σε άλλες πόλεις (όπως τη Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Τέλ Αβιβ, τη Σεούλ, όπως ακόμη τη Δαμασκό, την Τύνιδα, τη Μπανγκ Κονγκ, την Τεχεράνη των διεθνών εμπάργκο κ.ά.) τότε θα διαπιστώσετε τις θεαματικές αλλαγές και τα μεγάλα μεγέθη που χαράχτηκαν μέσα σε είκοσι μόνο χρόνια εκεί, έναντι της εδώ στασιμότητας και μετριότητας.
Το ίδιο ισχύει και για την επιχειρηματικότητα. Σε όλες τις χώρες του κόσμου οι Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις αποτελούν πράγματι τον κορμό της εκεί δομής. Στην Ελλάδα όμως ο αριθμός των μικρών επιχειρήσεων ως ποσοστό του συνόλου των επιχειρήσεων είναι υπερβολικά υψηλός, εξέλιξη που ερμηνεύεται και από τα προαναφερθέντα.
Οι πολιτικές φυσικά υπέρ των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων και της προσέλκυσης ξένων επενδύσεων είναι απαραίτητες. Οι Μικρές επιχειρήσεις κρατούν τα επίπεδα της απασχόλησης υψηλά. Γι’ αυτό πρέπει να βρίσκονται στο επίκεντρο κάθε πολιτικής. Από μόνες τους όμως δεν είναι ικανές να απογειώσουν την οικονομία με τις ταχύτητες που απαιτούνται.
Η χώρα χρειάζεται επενδύσεις όχι σε δρόμους και γεφύρια πια, αλλά σε εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες ενός μεγάλου μεγέθους, που θα βελτιώσουν θεαματικά την παραγωγή-εξαγωγές ή θα υποκαταστήσουν τις εισαγωγές. Πόσο δύσκολο είναι να κτιστεί λόγου χάρη ένα μεγάλο τουριστικό χωρίο (βλ. Ισπανία) ή μια μαρίνα μεγάλων διαστάσεων όμορη ενός πολυπληθούς τουριστικού χωριού (Βλ. Λεμεσό) ή μια νησίδα στην Αθήνα από γυάλινους υψηλούς καλαίσθητους πύργους που δεν κρύβουν φυσικά την Ακρόπολη;
Από την άλλη, πόσο δύσκολο είναι να κτιστεί μια νέα Σαντορίνη σε παρόμοια απόκρημνη περιοχή μηδενικής αξίας σήμερα; Κάθε πρόταση από τις παραπάνω αλλάζει την οπτική που έχουμε για το δικό μας μικρόκοσμο. Αντιστοιχεί όμως σε επενδύσεις από δυο δις ευρώ και άνω, που συχνά μας τρομάζουν.
Το παλαιό πολιτικό σύστημα αδυνατεί να συλλάβει μια επενδυτική κουλτούρα μιας τέτοιας μορφής. Είχε όμως όλο τον χρόνο να οικοδομήσει μια διαφορετική Ελλάδα. Από την άλλη, κάθε τι νέο στην αναπτυξιακή-επενδυτική πολιτική μπορεί να βάλει σε άλλη ρότα τη χώρα, αρκεί οι όποιες επιλογές του να πατήσουν γερά σε καινούργιες σιδηροτροχιές και σε άλλες αντιλήψεις πιο ριζοσπαστικές και καινοτόμες. Αυτό είναι το ζητούμενο για το μέλλον!
*Ο Δημήτρης Μάρδας είναι Υποψήφιος βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης με τον ΣΥΡΙΖΑ/ΠΣ – Καθηγητής Τμήματος Οικονομικών Επιστημών ΑΠΘ και π. Αν. Υπουργός Οικονομικών και Υφ/φος Εξωτερικών
Ακολουθήστε το Thestival στο 




