Διαμαντοπούλου: Το δίλημμα είναι αν συνεχίζουμε έτσι ή αλλάζουμε θεμελιωδώς

Intime
|
THESTIVAL TEAM

Την προσωρινή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, καθώς και του ΦΠΑ σε βασικά προϊόντα, πρότεινε η πρώην υπουργός και μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ Άννα Διαμαντοπούλου, μιλώντας στο ΕΡΤnews.

Παράλληλα, υπερασπίστηκε το οικονομικό πρόγραμμα του κόμματος, υποστηρίζοντας ότι είναι κοστολογημένο και κινείται εντός του δημοσιονομικού πλαισίου, ενώ επανέλαβε τη στρατηγική της αυτόνομης πορείας του ΠΑΣΟΚ μέχρι τις εκλογές.

Μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα για 2-3 μήνες

Αναφερόμενη στις αυξημένες τιμές της ενέργειας και των καυσίμων, η κα Διαμαντοπούλου τόνισε ότι απαιτούνται άμεσα και προσωρινά μέτρα ανακούφισης των πολιτών.

«Πρέπει να προχωρήσουμε σε μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης για δύο ή τρεις μήνες, τώρα που το πρόβλημα είναι πάρα πολύ έντονο», ανέφερε.

Παράλληλα, πρότεινε τη μείωση του ΦΠΑ στα βασικά προϊόντα που περιλαμβάνονται στο καλάθι της ΕΛΣΤΑΤ, επίσης για περιορισμένο χρονικό διάστημα.

Σύμφωνα με την ίδια, η υπεραπόδοση των εσόδων από τον ΦΠΑ ανέρχεται σε περίπου 700 εκατ. ευρώ, ενώ το κόστος μιας προσωρινής μείωσης του φόρου στα βασικά αγαθά υπολογίζεται από το ΠΑΣΟΚ σε περίπου 300 εκατ. ευρώ.

«Από την υπεραπόδοση του ΦΠΑ των 700 εκατ. ευρώ μπορούν να διατεθούν 300 εκατ. ευρώ για τη μείωση του φόρου στα βασικά προϊόντα», υποστήριξε.

Για την κάλυψη του κόστους από τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, η κ. Διαμαντοπούλου παρέπεμψε στα αυξημένα κέρδη των διυλιστηρίων και των ενεργειακών εταιρειών, προτείνοντας την ενεργοποίηση ειδικού μηχανισμού φορολόγησης των υπερκερδών.

«Δεν έγιναν εγκαίρως επενδύσεις στα δίκτυα»

Η πρώην υπουργός υπογράμμισε ότι, πέρα από τα άμεσα μέτρα, απαιτείται μια βαθύτερη αλλαγή της ενεργειακής πολιτικής της χώρας.

Όπως ανέφερε, η Ευρώπη οφείλει να εξασφαλίσει διαφορετικές πηγές ενέργειας, ώστε να μην επαναληφθεί η εξάρτηση από έναν μόνο προμηθευτή, όπως συνέβη στο παρελθόν με τη Ρωσία. Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτήρισε κρίσιμο τον ρόλο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

Άσκησε, ωστόσο, κριτική στην κυβέρνηση για καθυστερήσεις στις επενδύσεις στα δίκτυα και στην αποθήκευση ενέργειας.

«Δήμοι, συνεταιρισμοί και επιχειρήσεις επένδυσαν σε φωτοβολταϊκά για να έχουν φθηνότερο ρεύμα, αλλά δεν μπορούν να συνδεθούν στο δίκτυο και εξακολουθούν να πληρώνουν ακριβά», σημείωσε.

Κατά την ίδια, η ενεργειακή πολιτική πρέπει να επιτρέπει σε ενεργειακές κοινότητες, δήμους και συνεταιρισμούς να συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή και την αξιοποίηση φθηνότερης ενέργειας.

Έθεσε επίσης το ζήτημα της λειτουργίας του Χρηματιστηρίου Ενέργειας και της σύνδεσης της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος με το φυσικό αέριο, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα πρέπει να παρέμβει στη σχετική ευρωπαϊκή συζήτηση.

«Το δίλημμα είναι: συνεχίζουμε έτσι ή αλλάζουμε»

Σχολιάζοντας τα πολιτικά διλήμματα που έθεσε ο πρωθυπουργός, η κ. Διαμαντοπούλου ανέφερε ότι το πραγματικό ερώτημα για τους πολίτες είναι εάν η χώρα θα συνεχίσει στην ίδια κατεύθυνση ή θα επιλέξει μια ουσιαστική αλλαγή πολιτικής.

«Το δίλημμα για ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι: συνεχίζουμε έτσι ή αλλάζουμε θεμελιωδώς», δήλωσε.

Αναφέρθηκε στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, στην ακρίβεια, στη στεγαστική κρίση και στο κυκλοφοριακό πρόβλημα, επισημαίνοντας ότι τα ζητήματα αυτά επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Υποστήριξε ότι οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για τον 13ο μισθό, τις συντάξεις, τη φορολογία, την ενέργεια και την αντιμετώπιση της ακρίβειας έχουν παρουσιαστεί αναλυτικά και συνοδεύονται από κοστολόγηση.

«Τα μέτρα του ΠΑΣΟΚ σέβονται απολύτως το δημοσιονομικό πλαίσιο της χώρας. Όταν υπολογίζεις το κόστος μιας παρέμβασης, πρέπει να υπολογίζεις και τις θετικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην οικονομία και στα δημόσια έσοδα», σημείωσε.

Παράλληλα, άσκησε κριτική στον Κυριάκο Μητσοτάκη, αναφέροντας ότι προεκλογικές δεσμεύσεις του για την κατάργηση του νόμου Κατρούγκαλου και τη μείωση του ΦΠΑ δεν υλοποιήθηκαν.

«Στόχος η πρώτη θέση και η αυτόνομη πορεία»

Η κ. Διαμαντοπούλου απέφυγε να απαντήσει σε ερωτήσεις για πιθανές μετεκλογικές συνεργασίες, επικαλούμενη τη ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού.

«Δεν θα απαντήσω σε σενάρια για το αν θα βγούμε πρώτοι ή δεύτεροι και με ποιον θα συνεργαστούμε. Εμείς θέλουμε να βγούμε πρώτοι και γι’ αυτό θα εργαστούμε», είπε.

Όπως τόνισε, οι σχετικές απαντήσεις θα δοθούν μετά την εκλογική ετυμηγορία.

«Όταν μιλήσει ο ελληνικός λαός, θα απαντήσουμε. Μέχρι τότε θα εξηγούμε τι μπορούμε να κάνουμε», ανέφερε, επαναλαμβάνοντας ότι το ΠΑΣΟΚ έχει επιλέξει την αυτόνομη πορεία και έχει θέσει στόχο την αυτοδυναμία.

Υπογράμμισε ακόμη ότι το κόμμα πρέπει να επικεντρωθεί στην παρουσίαση του προγράμματός του, να αναδείξει τα στελέχη του και να εξηγήσει στους πολίτες γιατί αποτελεί εναλλακτική κυβερνητική πρόταση.

Παραδέχθηκε, πάντως, ότι υπάρχει περιθώριο αποτελεσματικότερης επικοινωνίας των θέσεων του ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα στο Λεκανοπέδιο της Αττικής και στη Θεσσαλονίκη.

«Χάσαμε πολύ χρόνο την άνοιξη συζητώντας με ποιους θα συνεργαστούμε και αναλύοντας τις δημοσκοπήσεις. Αυτή η συζήτηση πρέπει να τελειώσει. Μιλάμε για τις θέσεις και το πρόγραμμά μας», υπογράμμισε.

Οι έλεγχοι στον χώρο της Υγείας

Η Άννα Διαμαντοπούλου αναφέρθηκε και στην υπόθεση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη, σημειώνοντας ότι το περιστατικό ανέδειξε σοβαρά ζητήματα σχετικά με τους ελέγχους στον χώρο της Υγείας.

Όπως υποστήριξε, το ειδικό ελεγκτικό σώμα που είχε δημιουργηθεί επί υπουργίας Αλέκου Παπαδόπουλου διέθετε περίπου 150 εξειδικευμένους ελεγκτές, αλλά καταργήθηκε το 2019 και οι αρμοδιότητές του κατανεμήθηκαν σε διαφορετικούς φορείς.

«Η κυβέρνηση πρώτα αντιμετωπίζει ένα τραγικό γεγονός και μετά εξετάζει τι πρέπει να αλλάξει», σχολίασε.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις ιατρικές και αισθητικές παρεμβάσεις, τονίζοντας ότι πρέπει να πραγματοποιούνται μόνο από κατάλληλα καταρτισμένους επιστήμονες και σε χώρους που διαθέτουν τις αναγκαίες άδειες.

«Οι παρεμβάσεις στο πρόσωπο και στο σώμα αφορούν τον ανθρώπινο οργανισμό. Πρέπει να υπάρχουν ειδικές άδειες, εξειδικευμένοι επιστήμονες και κανόνες ασφάλειας. Διαφορετικά, τα πράγματα γίνονται πολύ επικίνδυνα για την κοινωνία», ανέφερε.

Τέλος, έθεσε και το ζήτημα του υπερπληθυσμού στις φυλακές, αναφέροντας ότι οι σωφρονιστικές δομές έχουν δυνατότητα φιλοξενίας περίπου 10.500 κρατουμένων, ενώ σήμερα βρίσκονται σε αυτές περίπου 14.000 άνθρωποι.