Θεσσαλονίκη: Εξορθολογισμό των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης ζητά το ΕΒΕΘ

Pixabay
|
THESTIVAL TEAM

Η αποτελεσματική προστασία των δημοσίων εσόδων αποτελεί αυτονόητη προτεραιότητα για τη λειτουργία του κράτους δικαίου, ωστόσο ο μηχανισμός είσπραξής τους δεν πρέπει να μετατρέπεται σε τροχοπέδη για την πραγματική οικονομία.

Την επισήμανση αυτή υπογραμμίζει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης (ΕΒΕΘ) σε επιστολή του προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Κυριάκο Πιερρακάκη, τον Υπουργό Δικαιοσύνης, κ. Γιώργο Φλωρίδη και τον Διοικητή της ΑΑΔΕ, κ. Γιώργο Πιτσιλή.

Στην επιστολή, η οποία υπογράφεται από τον Β΄ Αντιπρόεδρο του ΕΒΕΘ, κ. Παναγιώτη Μενεξόπουλο, το Επιμελητήριο ζητά τον άμεσο εξορθολογισμό του πλαισίου της προσωπικής και αλληλέγγυας ευθύνης των διοικούντων νομικά πρόσωπα, διεκδικώντας μια δίκαιη ισορροπία που θα θωρακίζει τα δημόσια ταμεία χωρίς να καταστρατηγεί την ασφάλεια δικαίου και την οικονομική ελευθερία.

Το πλήρες κείμενο της επιστολής είναι το ακόλουθο:

“Αγαπητοί κύριοι Υπουργοί,

Αγαπητέ κύριε Διοικητή,

Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο του θεσμικού του ρόλου για την υποστήριξη της υγιούς επιχειρηματικότητας και την ανάδειξη ζητημάτων που επηρεάζουν τη λειτουργία των επιχειρήσεων και των διοικούντων αυτών, επιθυμεί να θέσει υπόψη σας ορισμένες παρατηρήσεις αναφορικά με το ισχύον πλαίσιο προσωπικής και αλληλέγγυας ευθύνης διοικούντων νομικά πρόσωπα έναντι φορολογικών και άλλων (ασφαλιστικών κλπ) οφειλών προς το Δημόσιο, καθώς και με την πρακτική εφαρμογή μέτρων αναγκαστικής είσπραξης.

Η ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας των δημοσίων εσόδων και διασφάλισης της φορολογικής συμμόρφωσης είναι αυτονόητη και απολύτως αναγκαία για τη λειτουργία του κράτους δικαίου και την εύρυθμη οικονομική ζωή. Παράλληλα, όμως, η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις θεμελιώδεις αρχές της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ιδίως όταν οι συνέπειες των διοικητικών μέτρων επεκτείνονται σε φυσικά πρόσωπα που ασκούν διοίκηση ή διαχείριση επιχειρήσεων.

Όπως γνωρίζετε, η προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη διοικούντων για φορολογικές οφειλές νομικών προσώπων ρυθμίζεται κυρίως από το άρθρο 50 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 4987/2022). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, πρόσωπα που ασκούν διοίκηση, διαχείριση ή εκπροσώπηση νομικών προσώπων δύνανται, υπό προϋποθέσεις, να ευθύνονται προσωπικά και εις ολόκληρον για την καταβολή φορολογικών οφειλών του νομικού προσώπου. Η ευθύνη αυτή δεν είναι γενική ή αυτοδίκαιη, αλλά προϋποθέτει συγκεκριμένα στοιχεία, όπως ιδίως:

1)         την ύπαρξη σχετικής διοικητικής ιδιότητας κατά τον κρίσιμο χρόνο,

2)         τη μη καταβολή των οφειλών κατά τον χρόνο που αυτές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες,

3)         την υπαιτιότητα του διοικούντος, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στον νόμο και τη σχετική νομολογία.

Παράλληλα, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων διαθέτει ευρείες εξουσίες λήψης μέτρων διασφάλισης και αναγκαστικής είσπραξης βάσει του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), συμπεριλαμβανομένων δεσμεύσεων τραπεζικών λογαριασμών, κατασχέσεων και συμψηφισμών. Κατά το άρθρο 50 ΚΦΔ (Ν. 4987/2022), η προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη των διοικούντων δεν θεμελιώνεται αυτομάτως λόγω της ιδιότητας τους, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη υπαιτιότητας. Ως εκ τούτου, τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης δύνανται να απαλλαγούν από τη σχετική ευθύνη, εφόσον αποδείξουν ότι δεν συνέτρεξαν οι νόμιμες προϋποθέσεις καταλογισμού.

Ειδικότερα, δύνανται να επικαλεστούν και να αποδείξουν, ιδίως, ότι:

•           δεν ενήργησαν με δόλο ή βαριά αμέλεια ως προς τη δημιουργία ή τη μη εξόφληση της οφειλής,

•           η μη καταβολή των φορολογικών υποχρεώσεων δεν οφείλεται σε δική τους υπαιτιότητα ή παράλειψη,

•           η αδυναμία εξόφλησης προκλήθηκε από εξαιρετικές και αντικειμενικές περιστάσεις, όπως λόγοι ανωτέρας βίας ή σοβαρή και μη προβλέψιμη οικονομική αδυναμία της επιχείρησης,

•           κατά τον κρίσιμο χρόνο τελούσαν σε αποδεδειγμένη αντικειμενική αδυναμία άσκησης των καθηκόντων τους (ενδεικτικά λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας, νοσηλείας ή άλλου πραγματικού κωλύματος).

Η σχετική κρίση πραγματοποιείται κατά περίπτωση από τη Διοίκηση και, τελικώς, υπόκειται στον έλεγχο των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων, τα οποία εξετάζουν ιδίως το στοιχείο της υπαιτιότητας και τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του διοικούντος και της μη καταβολής της οφειλής.

Ιδιαίτερο προβληματισμό δημιουργεί ωστόσο το γεγονός ότι, συχνά η ενεργοποίηση της προσωπικής ευθύνης και η λήψη μέτρων αναγκαστικής είσπραξης πραγματοποιούνται σε χρονικό στάδιο κατά το οποίο οι σχετικές απαιτήσεις εξακολουθούν να τελούν υπό διοικητική ή δικαστική αμφισβήτηση. Η πρακτική αυτή προκαλεί βαρύτατες επιπτώσεις στη λειτουργία των επιχειρήσεων, καθώς ενδέχεται να οδηγήσει σε:

•           δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και περιορισμό της ρευστότητας,

•           αδυναμία έκδοσης φορολογικής ενημερότητας,

•           δυσχέρεια συναλλαγών με το τραπεζικό σύστημα και τους προμηθευτές,

•           ουσιαστική παρεμπόδιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας,

•           επέκταση των συνεπειών στην προσωπική και επαγγελματική ζωή των διοικούντων.

Επιπρόσθετα, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι σχετικές διαδικασίες συχνά εξελίσσονται ταχύτερα από την ουσιαστική δικαστική κρίση επί της βασιμότητας της οφειλής, με αποτέλεσμα επιχειρήσεις και διοικούντες να υφίστανται σημαντικές και ενίοτε μη αναστρέψιμες συνέπειες πριν από την οριστική επίλυση της διαφοράς. Η πρακτική αυτή εγείρει ζητήματα συμβατότητας με θεμελιώδεις συνταγματικές και ενωσιακές αρχές, ιδίως την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 §1 Συντ.), το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 Συντ. και άρθρο 6 ΕΣΔΑ) και την αρχή της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

Η σχετική νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων έχει δεχθεί ότι τα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης υπόκεινται σε έλεγχο αναλογικότητας και ότι η Διοίκηση οφείλει να σταθμίζει τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης, ιδίως όταν πρόκειται για μέτρα που ενδέχεται να οδηγήσουν σε ουσιαστική αδυναμία λειτουργίας της επιχείρησης (ενδεικτικά ΣτΕ 884/2016, ΣτΕ 2326/2020).

Από πρακτική άποψη, παρατηρείται συχνά ότι η ενεργοποίηση της συνυπευθυνότητας διοικούντων λειτουργεί όχι μόνο ως μέσο διασφάλισης δημοσίων απαιτήσεων αλλά και ως μηχανισμός έμμεσης πίεσης προς καταβολή αμφισβητούμενων απαιτήσεων. Η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω από τις σημαντικές καθυστερήσεις στην εκδίκαση φορολογικών διαφορών.

Υπό τις συνθήκες αυτές, δημιουργείται κίνδυνος δυσανάλογης επιβάρυνσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας και περιορισμού της οικονομικής ελευθερίας πέραν του αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, θεωρούμε ότι θα ήταν σκόπιμο να εξεταστούν παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν την ασφάλεια δικαίου, χωρίς να θίγεται η αποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης. Ενδεικτικά, προτείνουμε να αξιολογηθούν:

1.         Η αυστηρότερη και ειδικότερη αιτιολόγηση των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης, ιδίως σε περιπτώσεις αμφισβητούμενων οφειλών,

2.         Η πρόβλεψη πρόσθετων διαδικαστικών εγγυήσεων πριν από την επέκταση μέτρων σε φυσικά πρόσωπα διοικούντες,

3.         Η επιτάχυνση της εκδίκασης φορολογικών διαφορών που συνδέονται με τη λήψη μέτρων διασφάλισης και αναγκαστικής είσπραξης,

4.         Η περαιτέρω αποσαφήνιση των προϋποθέσεων προσωπικής ευθύνης, ιδίως ως προς το στοιχείο της υπαιτιότητας,

5.         Η δυνατότητα αναστολής ιδιαιτέρως επαχθών μέτρων όταν πιθανολογείται σοβαρά η βασιμότητα της αμφισβήτησης της οφειλής.

Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης θεωρεί ότι η διασφάλιση μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ της ανάγκης αποτελεσματικής είσπραξης δημοσίων εσόδων και της προστασίας της επιχειρηματικής δραστηριότητας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη της οικονομίας. Η υιοθέτηση επομένως σαφέστερων διαδικαστικών εγγυήσεων και η ορθολογική εφαρμογή των σχετικών μέτρων, δύναται να ενισχύσει τόσο την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων προς τη διοίκηση όσο και την αποτελεσματικότητα του ίδιου του φορολογικού συστήματος.

Παραμένουμε στη διάθεσή σας για κάθε περαιτέρω συνεργασία ή ανταλλαγή απόψεων επί των ανωτέρω ζητημάτων”.