Η συγκλονιστική ιστορία του Σταύρου Φιλίππου και ο θρύλος της καρδιοχειρουργικής Σπύρου

«Όχι ρε π…στη Χάρε δεν θα το πάρεις το παιδί!»
Ο καρδιοχειρουργός Παναγιώτης Σπύρου, με αλλοιωμένο από θυμό πρόσωπο, αλλά απόλυτα συγκροτημένος, φώναζε και έβριζε μέσα στο χειρουργείο. “ΟΧΙ ΡΕ Π… ΣΤΗ ΧΑΡΕ… ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΠΑΡΕΙΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ… ΤΟΝ ΕΒΡΙΖΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΦΤΥΝΕ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΟΥΤΡΑ”».
Η περιγραφή της νεαρής τότε φοιτήτριας που βρέθηκε στο πλάι του διακεκριμένου γιατρού, έχει σαρώσει το διαδίκτυο, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης και θαυμασμού για τον μεγάλο επιστήμονα που έδωσε πολλές μάχες με τον άτιμο τον χάρο και τις κέρδισε. Εκείνη όμως ήταν διαφορετική. Στο χειρουργικό κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος ο 14χρονος Σταύρος.
Είκοσι έξι χρόνια μετά το συμβάν που του σημάδεψε τη ζωή, ο Σταύρος Φιλίππου μιλά στο Thestival.gr. Θυμάται τον άριστο επιστήμονα, τον δοτικό γιατρό, τον άνθρωπο Παναγιώτη Σπύρου, χάρη στον οποίο είναι σήμερα στη ζωή.
Το απόγευμα που άλλαξε τη ζωή της οικογένειας Φιλίππου
Το απόγευμα της 29ης Μαρτίου του 1998 έμελλε να αλλάξει τη ζωή της οικογένειας Φιλίππου για πάντα. Ο 14χρονος τότε Σταύρος έκανε ποδήλατο παρέα με τους φίλους του, κοντά σε ένα γιαπί, στη Νίκαια της Λάρισας, όταν έπεσε και ένα σίδερο μπήκε από το λαιμό του κι έφτασε μέχρι την αορτή.
Όλοι πάγωσαν. «Θυμάμαι σχεδόν τα πάντα. Είχα τις αισθήσεις μου. Το αίμα δεν πεταγόταν απλά από την πληγή. Κυριολεκτικά πετούσε», αναφέρει ο Σταύρος. «Ένας άνδρας από την Αλβανία με μετέφερε στο νοσοκομείο. Στη διαδρομή πατούσε πάνω στην πληγή για να μη τρέχει το αίμα ποτάμι. Ενώ πηγαίναμε, το αυτοκίνητο έπαθε λάστιχο και τότε σταμάτησε ένα άλλο όχημα και με πήγαν στο νοσοκομείο. Σε μισή ώρα ήμουν στο Κουτλιμπάνειο, το παλιό νοσοκομείο της Λάρισας».
Όπως λέει ο ίδιος ο Σταύρος, η συμπεριφορά που αντιμετώπισε εκεί δεν ήταν ανάλογη της σοβαρότητας της κατάστασης. «Ειδικευόμενοι γιατροί δεν μπορούσαν να αξιολογήσουν το περιστατικό. Μου ράψανε την πληγή και μου είπαν να φύγω» τονίζει.
Νωρίτερα είχαν φτάσει πανικόβλητοι στο νοσοκομείο οι γονείς του. «Είπα αμέσως στον πατέρα μου ότι δεν αισθάνομαι καλά. Είχα τάση για εμετό. Όταν με βοήθησε να ακουμπήσω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι, είδε αίμα. Τότε έγινε χαμός. Υπήρξε κινητοποίηση. Έφτασε ο Διευθυντής της Παιδοχειρουργικής και αποφασίστηκε να γίνει η διακομιδή μου στη Θεσσαλονίκη. Όμως η περιπέτεια δεν τελείωσε εκεί. Ήταν να μεταφερθώ απευθείας στο Ιπποκράτειο, αλλά λόγω της κατάστασής μου δεν με δέχτηκαν. Έτσι δια μέσου μιας γνωστής που δουλεύει στο νοσοκομείο Παπανικολάου, διακομίστηκα εκεί. Μέχρι που μπήκα στο ασθενοφόρο, θυμάμαι τα πάντα. Μετά, απολύτως τίποτα».
«Αν δεν μπορούσε να τον σώσει ο Σπύρου, τότε δεν μπορούσε κανείς»

Ο έμπειρος καρδιοχειρούργος, Παναγιώτης Σπύρου, έφτασε αμέσως στο νοσοκομείο, ενημερώθηκε για το περιστατικό και κατέστρωσε το σχέδιό του. Η περιγραφή της Μαρίας Ρούμελη για εκείνες τις στιγμές είναι ανατριχιαστική: «Μιλούσε στο τηλέφωνο και φώναζε να έρθουν στο γραφείο του αναισθησιολόγοι, καρδιοχειρουργοί, αγγειοχειρουργοί, παιδοχειρουργοί και όποια ειδικότητα μπορούσε να βοηθήσει. Είχε μαζέψει 20 γιατρούς και σαν στρατηγός ζωγράφιζε ανατομικά στοιχεία σε κόλλες Α4. Αφού χώρισε χειρουργούς και νοσηλεύτριες σε ομάδες, άρχισε να εξηγεί ποια ομάδα θα μπει πότε, πού και με ποιόν στο μικρό σωματάκι του Σταύρου».
Η επέμβαση άρχισε μετά τις 6 το πρωί και διήρκησε περίπου 17 ώρες. Η ιατρική ομάδα με επικεφαλής τον κορυφαίο χειρούργο έδινε τιτάνια μάχη που πολλές φορές έμοιαζε άνιση. «Κάποια στιγμή, βγήκε ο γιατρός από την αίθουσα και είπε στον πατέρα μου: Κ. Φιλίππου, δυστυχώς ο Σταύρος τελείωσε. Είχε σταματήσει η καρδιά μου. Τότε ο πατέρας μου έπεσε στα πόδια του και του είπε: Σε παρακαλώ γιατρέ, κάνε ό,τι μπορείς. Και ό,τι θέλεις από μένα. Σε παρακαλώ, κάνε ό,τι μπορείς». «Θα μπω για μια τελευταία προσπάθεια» ήταν η απάντησή του και τότε ο Σπύρου μπήκε σαν θηρίο μέσα στο χειρουργείο, αποφασισμένος να φέρει το παιδί πίσω.
«Είχε απέναντί του τον χάρο. Τον έβριζε και τον έφτυνε στα μούτρα. Όχι ρε π@@@@@, δεν θα το πάρεις το παιδί. Η μάχη στα μαρμαρωμένα αλώνια…Και το μόνο που ακουγόταν ήταν οι ήχοι από τα μηχανήματα και οι φωνές του Σπύρου…» περιγράφει η- φοιτήτρια τότε- Μαρία Ρούμελη για τα κρίσιμα λεπτά.
Τρεις φορές σταμάτησε η καρδιά του Σταύρου και τρεις φορές επανήλθε στη ζωή.
Δεκαεπτά ώρες μετά, κατάκοπος, ο Παναγιώτης Σπύρου, βγήκε από την χειρουργική αίθουσα. Σε έναν διάδρομο γεμάτο κόσμο, αλλά με μια σιωπή που έκανε κρότο, η μητέρα του Σταύρου τον πλησίασε και με μάτια πρησμένα από το κλάμα κατάφερε να ψελλίσει επαναλαμβανόμενα: «Ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ…».
«Δεν είχα συναίσθηση των όσων γινόταν από την ώρα που έφτασα στο νοσοκομείο, αλλά θυμάμαι πολύ καλά την εικόνα του και τα λόγια του μετά την επέμβαση. Μου είχε πει: Εγώ έχω δύο παιδιά κι εσύ έναν πατέρα. Από σήμερα, εγώ έχω ένα ακόμη παιδί κι εσύ έναν δεύτερο πατέρα, γιατί εγώ σε ξαναγέννησα» θυμάται ο Σταύρος.
«Το μόνο που θέλω είναι μια νταμιτζάνα τσίπουρο»
Ο Σταύρος Φιλίππου νοσηλεύτηκε για περίπου 1,5 μήνα στην Πνευμονολογική Κλινική του νοσοκομείου και ο Παναγιώτης Σπύρου περνούσε πολύ συχνά για να τον δει. «Η αίσθηση που μου έχει μείνει είναι ότι ήταν ένας εύστροφος, πολυμήχανος άνθρωπος. Σκληρός εμφανισιακά, με μια άγρια εικόνα. Πολύ κοφτό και παγερό βλέμμα. Αλλά τόσο δοτικός. Δεν μπορώ να τον συγκρίνω με κανέναν γιατρό. Κορυφαίος και από θέμα γνώσεων και από θέμα συμπεριφοράς. Επαγγελματίας. Και η ομάδα γύρω του ήταν ένας κι ένας» θυμάται.
Ακόμη και σήμερα, οι γονείς του Σταύρου βουρκώνουν κάθε φορά που σκέφτονται όσα επώδυνα πέρασαν εκείνα τα ατελείωτα μερόνυχτα στους θαλάμους και τους διαδρόμους του Παπανικολάου.
Θυμούνται με αγάπη τον κύριο Παναγιώτη, όπως τον αποκαλούν και υποκλίνονται στο μεγαλείο του ανδρός που χάρισε ζωή σε τόσο κόσμο, αλλά η ζωή φέρθηκε στον ίδιο τόσο άδικα. «Μετά το χειρουργείο, ο πατέρας μου πήγε να του δώσει κάποια πράγματα. “Το μόνο που θέλω είναι μια νταμιτζάνα τσίπουρο” του είχε πει γελώντας. Ούτε λεφτά έψαχνε, ούτε δόξα. Ήταν χορτάτος από υλικά αγαθά» λέει ο Σταύρος.
Αυτό του το πάθος ήταν και το μεγαλύτερο αγκάθι στη ζωή του, πέρα από το φευγιό της κόρης του που τον τσάκισε. Παρά το μικρό της ηλικίας του, ο Σταύρος δε δίστασε να του κάνει παρατήρηση μια μέρα που τον επισκέφτηκε στο ιατρείο του. «Πήγα να τον ευχαριστήσω και είδα ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα και δίπλα το μπουκάλι με το ουίσκι. Στις 10.30 το πρωί. Του το είπα στα ίσια. Γέλασε και μου είπε: “Είσαι μικρός ακόμη. Θα καταλάβεις στην πορεία”. Είχε πάθος, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να σώζει ζωές».

«Είμαστε ακόμη ζωντανοί»
Η αποθεραπεία στο νοσοκομείο Παπανικολάου διήρκησε για τον Σταύρο συνολικά τέσσερις μήνες. Τέσσερις μήνες με δυσκολίες, πόνο, απογοήτευση αλλά και ελπίδα και σχέδια για το μέλλον. Μια περίοδος που σημάδεψε τη ζωή του έφηβου που κέρδισε ένα δεύτερο εισιτήριο για τη ζωή. «Η κατάσταση ήταν δύσκολη. Τα φάρμακα πολλά. Τότε δεν μπορούσα να το διαχειριστώ όλο αυτό. Σε μια τρυφερή ηλικία μπαινόβγαινα στα νοσοκομεία. Τώρα νιώθω πολύ πιο δυνατός και περήφανος».
Στο πλευρό του, πέρα από τους γονείς του, έχει τη σύζυγό του Βιβή και την 11χρονη κόρη του, Ηλιάνα. Τα σημάδια στο σώμα του μαρτυρούν όσα έζησε στην ηλικία των 14 και αποτέλεσαν και την αφορμή για να μιλήσει στο κορίτσι του για όσα συνέβησαν τότε.

Ζήτησα από τον ίδιο να βάλει έναν τίτλο στην ιστορία του. Επέλεξε έναν στίχο από «Το χειροκρότημα». «Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί…». Άλλωστε, το δικό του σκοινί άντεξε πολλά.
Ακολουθήστε το Thestival στο 




