Ένας εκβιαστής στα θλιβερά στερνά του

Ήταν για πολλά χρόνια δημοτικός σύμβουλος σε δήμο της δυτικής Θεσσαλονίκης. Η πολιτική του διαδρομή ήταν πιο αδιάφορη κι από δελτίο καιρού τον Αύγουστο. Ήταν γνωστό σε όλους πως τον ένοιαζε μόνο η καρέκλα. Είχε τον τρόπο του να πλευρίζει πάντα τον νικητή και να κουρνιάζει σε μια έμμισθη θέση μέχρι να περάσει η θητεία.
Μπλέχτηκε με τα κοινά τη δεκαετία του 90. Οι κακές γλώσσες λένε πως μπήκε στην πολιτική γιατί απέτυχε στο επάγγελμά του. Σε ένα πράγμα ήταν καλός. Στους εκβιασμούς. Εκβίαζε όποιον δήμαρχο συναντούσε στο διάβα του. Κι εκείνοι υπέκυπταν στους εκβιασμούς του. Άλλοι από φόβο, άλλοι από οίκτο, του έδιναν ένα κοκαλάκι για να μη μιλάει. Μάλιστα έναν δήμαρχο τον ανάγκασε να προσλάβει τον γιο του για να μην βγάλει παραέξω τις πομπές του.
Το νταβατζιλίκι είχε το τίμημά του. Οι εκβιασμοί τον κατάπιαν αργά και βασανιστικά. Οι φίλοι του τον σιχάθηκαν. Με τα χρόνια μεταμορφώθηκε σε ένα σύγχρονο Γκόλουμ: καχύποπτος, μοναχικός, δίχως ίχνος ψυχής. Μετά από 30 χρόνια εκβιασμών και αλητείας, του έλαχε να ποντάρει σε κουτσό άλογο. Το ψηφοδέλτιο, με το οποίο ήταν υποψήφιος, δεν πέρασε ούτε στον δεύτερο γύρο των εκλογών. Δεν έχασε χρόνο. Μεσοβδόμαδα έσπευσε να φωτογραφηθεί με τον διαφαινόμενο νικητή για να καπαρώσει μια θέση δίπλα του την επόμενη μέρα. Και την Κυριακή ήταν εκεί να ζητωκραυγάζει για την νίκη.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και επισκέφτηκε τον νέο δήμαρχο στο γραφείο του. «Θέλω να βάλεις την κόρη μου στη δουλειά» του είπε. «Δεν υπάρχει περίπτωση να το κάνω» απάντησε ο Δήμαρχος. «Θα δεις τι έχεις να πάθεις» του είπε ο εκβιαστής. Περίπου έναν μήνα μετά έφτασε η πρώτη καταγγελία στο γραφείο του εισαγγελέα. Ένα ασυνάρτητο κείμενο με συκοφαντίες και ψεύδη που δεν έπειθαν κανέναν. Και στο κάτω μέρος ένα ανύπαρκτο ονοματεπώνυμο. Κι όμως η Δικαιοσύνη ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει την καταγγελία και η νομική υπηρεσία έπρεπε να αφιερώσει ώρες για να ετοιμάσει την απάντησή της. Η καταγγελία μπήκε στο αρχείο. Περίπου 15 ημέρες μετά έφτασε στον Άρειο Πάγο μια νέα καταγγελία. Αυτή τη φορά είχε βάλει το πραγματικό του ονοματεπώνυμο. Οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης αφιέρωσαν ώρες, οι υπάλληλοι του Δήμου απάντησαν και η καταγγελία αρχειοθετήθηκε.
Όμως ο αδίστακτος εκβιαστής συνέχισε την ίδια πρακτική. Ξανά και ξανά. Δεκάδες καταγγελίες προς τη Δικαιοσύνη, εκατοντάδες σελίδες με αρρωστημένα ψέματα και χιλιάδες χαμένες εργατοώρες για τους υπαλλήλους του κράτους. Πότε με ψευδώνυμο και πότε με το πραγματικό του όνομα. Είναι η μόνη απόλαυση που του έχει απομείνει στα θλιβερά στερνά του. Πόσο θλιβερό!
Είχε την ευκαιρία να μείνει στη συλλογική μνήμη του τόπου του ως ο πιο ασήμαντος δημοτικός σύμβουλος που δεν πρόσφερε το παραμικρό. Την έχασε! Πλέον ο κόσμος θα τον θυμάται ως έναν ελεεινό και άθλιο εκβιαστή που πούλησε την ψυχή του στο διάβολο για μια χούφτα ευρώ.
Ακολουθήστε το Thestival στο 




