“Γιατρέ, πόσο χρόνο έχω;”- Οι ήρωες του Θεαγενείου δίπλα στους ασθενείς στη μάχη με το θηρίο

Κόσμος μπαινοβγαίνει από την κεντρική πύλη, άλλοι με σκυμμένο το κεφάλι κι άλλοι με ένα χαμόγελο που κρύβεται πίσω από τις μάσκες. Πολλοί φορούν καπέλα κι άλλοι επιλέγουν κάποιο μαντήλι για να φορέσουν στο κεφάλι. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά και αντιλαμβάνεσαι εύκολα ότι το Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης Θεαγένειο είναι ένα νοσοκομείο διαφορετικό από τα άλλα.
Ανάμεσα στους ανθρώπους που είναι εκεί για θεραπεία ή για να υποβληθούν σε επέμβαση, αλλά και στους δικούς τους που βρίσκονται στο κτήριο για να τους κρατήσουν το χέρι, οι ήρωες με τις λευκές μπέρτες. Χρησιμοποιήθηκε πολύ ο συγκεκριμένος όρος για γιατρούς και νοσηλευτές την περίοδο του κορωνοϊού, ωστόσο για τους γιατρούς και τους νοσηλευτές που περνούν καθημερινά την πύλη του κτηρίου της Αλ. Συμεωνίδη, είναι λίγος. Πόσο πόνος χωράει άραγε σε μια βάρδια; Πόσο εύκολο είναι να κρατήσεις απόσταση και να μη νιώσεις τον φόβο που φωλιάζει στην ψυχή του ανθρώπου που έχεις απέναντί σου; Η κορυφαία επιστήμη την οποία πιστά υπηρετούν, μαζί με την ενσυναίσθηση που οφείλουν να έχουν, είναι ικανά εφόδια έτσι ώστε να δώσουν ελπίδα σε κάθε θεραπευόμενο που «φλερτάρει» με τον θάνατο;
Το βάρος που καλείται να «σηκώσει» το προσωπικό στο «Θεαγένειο» είναι πολύ μεγάλο. Τα περιστατικά πολλαπλασιάζονται συνεχώς, μα οι εργαζόμενοι παραμένουν στις θέσεις τους και είναι πανέτοιμοι να τα βάλουν με το «θηρίο», ακόμα κι αν αυτό έχει υψηλό συναισθηματικό κόστος για εκείνους.

«Γιατρέ, θα πεθάνω;»
Στο «Θεαγένειο», οι γιατροί και οι νοσηλευτές προσεγγίζουν διαφορετικά τους ασθενείς απ’ ότι σε άλλα νοσοκομεία. Οι δυσκολίες για αυτούς είναι πολλές και σημαντικές, μα δεν το βάζουν κάτω. Συνεχίζουν να μάχονται επιθετικά με όποια όπλα διαθέτουν στη φαρέτρα τους. «Δυσκολευόμαστε στην καθημερινότητά μας λόγω και του όγκου των περιστατικών. Θέλει μία ειδική προσέγγιση. Ειδικά στην πρώτη φορά, δίνουμε περισσότερο χρόνο για να καθησυχάσουμε. Αυτή η νόσος είναι στο να κερδίζεις την καθημερινότητα, ώστε να αντιμετωπίζεται πλέον ως μία χρόνια νόσος. Πολλά περιστατικά τα μεταφέρουμε σπίτι μας. Δυστυχώς, μας επηρεάζει και δύσκολα φεύγει από το μυαλό μας. Ο ασθενής καταλαβαίνει αν μπαίνεις στο πρόβλημά του και το λύνεις», αναφέρει στο thestival.gr, η Θεοδώρα Τσιούδα, πνευμονολόγος, διευθύντρια Πνευμονολογικού Ογκολογικού Τμήματος ΑΝΘ Θεαγένειο.
Τον φόβο στα μάτια των ασθενών, οι γιατροί αυτού του νοσοκομείου, τον ξέρουν καλά. Όπως και τη λέξη που περιμένουν με λαχτάρα για να πιαστούν από πάνω της. «”Γιατρέ, θα πεθάνω;”, με ρωτούν οι θεραπευόμενοι. Αυτό μόνο ο Κύριος το γνωρίζει. Η απάντηση αυτή τους ανακουφίζει. Χρόνια τώρα κρατώ επαφές με τους θεραπευόμενους αλλά δεν θα τα πούμε εκτός νοσοκομείου. Φροντίζουμε να προστατευτούμε. Το κάνουμε καθαρά για εμάς. Θέλουμε να κερδίζουμε τις μάχες που δίνουμε γιατί καθημερινά χάνουμε στρατιωτάκια. Μπορεί εμείς να μην το καταλαβαίνουμε, αλλά οι οικογένειές μας το καταλαβαίνουν», περιγράφει η κα Τσιούδα.
Μάλιστα, όπως λέει, τις φορές που πρόκειται να ανακοινωθούν ευχάριστα νέα για την εξέλιξη της υγείας θεραπευόμενων με καρκίνο, η ίδια επιλέγει ενθαρρυντικούς τρόπους. «Είστε ελεύθεροι, τους λέμε. Εκεί καταλαβαίνετε πόσα στρατιωτάκια κερδίζουν και οι δικοί μας οι ασθενείς. Αυτό το κάνουμε και για εμάς και για εκείνους. Είναι win win. Εμείς από αυτούς ζούμε. Ο ασθενής βλέπει την αλήθεια στα μάτια του γιατρού», τονίζει.

«Υπήρξαν περιστατικά που μας στιγμάτισαν»
Οι γιατροί, οι νοσηλευτές και το υπόλοιπο προσωπικό στο «Θεαγένειο» είναι αρκετά έμπειρο. Άλλωστε, τα περιστατικά καρκινοπαθών που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν είναι αμέτρητα. Μερικά είχαν θετική έκβαση κι άλλα -δυστυχώς- αρνητική. Γι’ αυτούς, κάθε ένα από αυτά, αποτελεί μια ξεχωριστή ανθρώπινη ιστορία.
«Υπήρξαν περιστατικά που μας στιγμάτισαν. Εκείνο που με τράνταξε τόσο πολύ και αποφάσισα να αλλάξω κατεύθυνση στη νοσηλευτική ήταν όταν ένας συνάδελφος γυναικολόγος διαγνώσθηκε με καρκίνο και έπρεπε εμείς να τον νοσηλεύσουμε. Ήταν ένας πάρα πολύ καλός άνθρωπος, είχε να δώσει πολλά. Νόσησε, τον χειρουργήσαμε, έκανε θεραπείες αλλά δεν τα κατάφερε. Ήταν το πρώτο περιστατικό που με επηρέασε τόσο πολύ», αποκαλύπτει στο thestival.gr η Αγγελική Κωνσταντούλα, νοσηλεύτρια, Τομεάρχης Χειρουργικού Τομέα ΑΝΘ Θεαγένειο.

Για περισσότερα από 35 χρόνια, η κα Κωνσταντούλα εργάζεται στο «Θεαγένειο». Τα μάτια της έχουν δει πολλά και σίγουρα δεν έχει μείνει ανεπηρέαστη από τις καταστάσεις. Όμως, τα τελευταία χρόνια έχει επιλέξει να θωρακίσει τον εαυτό της προκειμένου να μπορέσει να είναι αποδοτική και να φροντίζει τους θεραπευόμενους όπως τους αξίζει.
«Είναι ένα δύσκολο νοσοκομείο το Θεαγένειο. Οι ασθενείς έχουν να δώσουν μεγάλο αγώνα από την ημέρα της διάγνωσής τους. Η σχέση με τον νοσηλευτή είναι καθαρά προσωπική, ανάλογα με τα όρια που έβαλε ο νοσηλευτής στον εαυτό του. Όταν έρχεσαι νέος στον χώρο, δίνεσαι ολοκληρωτικά. Στη συνέχεια όμως τραυματίζεσαι. Είναι πολύ δύσκολο, ειδικά στην αρχή περισσότερο. Θέλεις να δώσεις όσα ξέρεις. Όμως, κάποια στιγμή επιλέγεις να βάλεις τα όρια σου για να μπορέσεις να ανταπεξέλθεις ψυχολογικά. Πολλές φορές κλαις για αυτόν τον άνθρωπο που τον γνώρισες καλά και πλέον δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στη νόσο. Είναι πολύ άσχημο συναίσθημα αυτό. Κάποια στιγμή αποφάσισα να μην πάρω στο σπίτι μου τίποτα. Αν σήμερα ρωτήσετε τα παιδιά μου αν είναι δύσκολη η δουλειά της μητέρας τους, δεν θα ξέρουν να σας απαντήσουν. Βάζεις έναν τοίχο και λες ως εδώ. Για να μπορέσω να είμαι υγιής και να αποδώσω στους ασθενείς μου θα πρέπει να είμαι και ευαίσθητη και σκληρή, να έχω ενσυναίσθηση, αλλά πρέπει να βάζεις πάντα όρια», τονίζει η κα Κωνσταντούλα.
Υπήρξαν στιγμές που και το προσωπικό του νοσοκομείου λύγισε. Υπήρξαν ειδικοί που θύμωσαν με την επιστήμη τους, αλλά ταυτόχρονα πείσμωσαν και έκαναν τα αδύνατα δυνατά ώστε οι θεραπευόμενοι να κερδίσουν το στοίχημα για τη ζωή.
«Στην αρχή θύμωνα πολύ με κάποια περιστατικά. Ήταν μία κυρία που ήταν στην ηλικία μου, είχε και ένα παιδάκι σχεδόν στην ίδια ηλικία με το δικό μου. Μπήκα στη θέση της. Ένα πρωί δεν υπήρχε ανάμεσά μας και αυτό δεν μπόρεσα να το ξεπεράσω. Εκεί είπα ότι δεν θα ξαναδεθώ έτσι με άτομο. Ακόμη με στοιχειώνει αυτό το περιστατικό. Τότε ο καθηγητής μου, είχε πει ότι θα συμπάσχουμε αλλά δεν θα το βιώνουμε. Η μάχη που χάνεται είναι αυτή που δεν δόθηκε ποτέ», εξομολογείται η κ. Τσιούδα.

Στις περιπτώσεις που η κατάσταση εξελίσσεται θετικά και η υγεία του θεραπευόμενου βαίνει καλώς, τα μηνύματα είναι πολλά και δίνουν μεγαλύτερη δύναμη στο προσωπικό, για να μπορέσει να συνεχίσει το έργο του.
«Υπάρχουν δύσκολες περιπτώσεις που κρατά κανείς, αφενός προς την αρνητική πλευρά, επώδυνες απώλειες ανθρώπων, τους οποίους έχεις φροντίσει πολλά χρόνια και έχει αναπτυχθεί πιο βαθιά σχέση. Οι πιο ευχάριστες αναμνήσεις είναι μικρά καθημερινά στιγμιότυπα ευγνωμοσύνης, ευχάριστες στιγμές, χιούμορ, αστείες καταστάσεις που δίνουν ένα ωραία μήνυμα για να συνεχίζουμε. Είναι καλό να εμπλουτίζει κανείς τη σκληρή καθημερινότητα με χιούμορ. Το επιθυμούν και οι ασθενείς αυτό», δηλώνει στο thestival.gr ο Αναστάσιος Μπούτης, Παθολόγος Ογκολόγος, Διευθυντής της Γ’ Παθολογικής Ογκολογικής Κλινικής του ΑΝΘ Θεαγένειο.
«Πρέπει κανείς να προσπαθεί και να δώσει τον καλύτερο εαυτό του»
Όπως χαρακτηριστικά σημειώνουν οι γιατροί στο «Θεαγένειο», οι συνθήκες εργασίας τους είναι αρκετά πιεστικές. Τα ωράρια σφιχτά, μεγάλος ο φόρτος των περιστατικών συγκριτικά με όσα μπορεί να δεχθεί το συγκεκριμένο νοσοκομείο, υπάρχουν και προβλήματα με τις υποδομές. Όμως η μάχη πρέπει να συνεχιστεί προκειμένου οι θεραπευόμενοι και οι οικογένειές τους να βρουν την ελπίδα για τη ζωή.
«Έχει να κάνει και με τη φύση της ειδικότητας, ότι πραγματεύεται κανείς χρόνιες ασθένειες όπου σε όχι λίγες περιπτώσεις η έκβαση δεν είναι καλή. Πρέπει να διαχειριστεί τον θάνατο, την απώλεια. Δύσκολες καταστάσεις που επιβαρύνουν την ποιότητα ζωής. Δεν είναι πάντα εφικτό η ανακούφιση να είναι πλήρης. Πρέπει κανείς να προσπαθεί και να δώσει τον καλύτερο εαυτό του, αλλά και να μπει σε μια προσπάθεια σχετικής αποστασιοποίησης και διατήρησης προσωπικής σφαίρας αναλλοίωτης, ώστε να μην κουβαλήσει τα προβλήματα στην προσωπική του ζωή. Με τα χρόνια πετυχαίνω να είμαι σε αρκετά καλό επίπεδο», αναφέρει ο κ. Μπούτης.

Για την πλειοψηφία των γιατρών, τα κινητά τηλέφωνα δεν κλείνουν ποτέ. Είναι διαθέσιμοι για τους ασθενείς ακόμα και εκτός ωραρίου, όταν επιστρέφουν στο σπίτι τους και στις οικογένειές τους.
Ανάμεσα σε αυτούς είναι και ο Γιώργος Ευθυμιόπουλος, γενικός χειρουργός, διευθυντής Α’ Χειρουργικού Ογκολογικού Τμήματος ΑΝΘ Θεαγένειο. «Σε εμάς έρχονται άνθρωποι που γνωρίζουν ότι έχουν μία πάθηση η οποία πολλές φορές είναι ανίατη και μπορεί να οδηγήσει σε ένα συγκεκριμένο μονοπάτι, πολύ πιο σύντομο. Αυτό πρέπει να το διαχειριστείς με σεβασμό και λεπτότητα. Να προσπαθήσεις να αγγίξεις τις ευαίσθητες χορδές του, αλλά όχι μόνο για εκείνον αλλά και για τους συνοδούς τους. Οι πλειοψηφία των ασθενών έχουν το άγχος που τους οδηγεί σε μία δύσκολη ερώτηση. Πόσο χρόνο έχω; Είναι μια δύσκολη ερώτηση και είναι πολύ άδικο να δώσεις ημερομηνία γιατί δεν είσαι ο Θεός. Το πόσο θα ζήσει ένας άνθρωπος σε αυτό τον κόσμο είναι ένα θέμα που εξαρτάται από τον Θεό, σε όποιον Θεό κι αν πιστεύει κάποιος. Θα πρέπει να ψυχογραφήσεις όσο μπορείς και αυτό είναι δύσκολο. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να δώσεις στον άνθρωπο τη δυνατότητα του τέλους, αλλά τη δυνατότητα της ελπίδας, χωρίς να του πεις ψέματα», σημειώνει και προσθέτει πως και αυτός δένεται με τα περιστατικά του. «Αυτό που σου δίνει αυτό το νοσοκομείο είναι ένα μεγάλο βάρος λόγω της νόσου και ένα μεγάλο μάθημα για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεσαι τους ανθρώπους», καταλήγει ο κ. Ευθυμιόπουλος.
«Οι ογκολογικοί νοσηλευτές θα πρέπει να έχουν ψυχολογική υποστήριξη- Είναι σαν αν ζουν δίπλα με τον θάνατο»
Η κ. Κωνσταντούλα επισημαίνει στο thestival.gr ότι είναι αναγκαία για τους νοσηλευτές η ύπαρξη ψυχολογικής υποστήριξης προκειμένου να μπορέσουν να διαχειριστούν αποτελεσματικότερα να περιστατικά που καλούνται να αντιμετωπίσουν καθημερινά.
«Οι νοσηλευτές που ασχολούνται με την ογκολογία είναι σαν να ζουν δίπλα με τον θάνατο. Είναι πολύ βαρύ και δύσκολο να είσαι δίπλα σε ανθρώπους που ξέρεις ότι σε μία ώρα θα φύγουν. Και δεν βλέπεις μόνο έναν θάνατο, είναι πολλοί οι θάνατοι που δεις», υποστηρίζει.
Σύμφωνα με τα όσα λέει η ίδια, ένας νοσηλευτής ογκολογίας είναι ιδιαίτερα φορτισμένος συναισθηματικά και είναι πολλά εκείνα που καλείται να διαχειριστεί.

«Η εμπειρία μου μού έδειξε ότι ο καρκίνος και η αντιμετώπισή του είναι προσωπική υπόθεση. Οι ογκολογικοί νοσηλευτές θα πρέπει να έχουν ψυχολογική υποστήριξη. Κατά περιόδους θα πρέπει να κάνουν συνεδρίες με ψυχολόγους για να λένε αυτά που έχουν συσσωρευμένα στην ψυχή τους. Στη δουλειά τους θα ανταπεξέλθουν, αλλά αυτό που θα τους βοηθήσει είναι να τους δοθούν εργαλεία να μπορούν να αντιμετωπίζουν και το πιο δύσκολο περιστατικό. Έχουν πολλά μέσα τους και θα πρέπει να τα βγάλουν», τονίζει.
Τέλος, δεν κρύβει το παράπονό της από την Πολιτεία που συχνά -όπως λέει- «ξεχνά» το πόσο σημαντική δουλειά κάνουν οι νοσηλευτές και δεν δίνει κίνητρα προκειμένου να παραμένουν στις θέσεις τους.
*Το ρεπορτάζ έγινε με αφορμή τη Νοσηλευτική Επιστημονική Ημερίδα με τίτλο: “Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου 2024: Ενώνουμε τις δυνάμεις μας & αναλαμβάνουμε δράση: «Κλείνουμε το χάσμα στη φροντίδα»“, που θα διεξαχθεί στις 26 Απριλίου 2024 στο Αμφιθέατρο του “Θεαγένειου”.





