Δημογλίδου: Τα στοιχεία που “ξεκλείδωσαν” τη γυναικοκτονία στα Χανιά

|
THESTIVAL TEAM

«Η επιμονή όμως των αστυνομικών για τη συγκεκριμένη υπόθεση και η άποψή τους από την πρώτη στιγμή ότι πίσω από την εξαφάνιση της γυναίκας κρύβεται η εγκληματική ενέργεια, οδήγησε τελικά στην εξιχνίαση και πραγματικά τους αξίζουν συγχαρητήρια» επισήμανε η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. Κωνσταντία Δημογλίδου, μιλώντας στο ΕΡΤnews Radio 105,8 και στην εκπομπή «Πρωινές Διαδρομές» με τον Βασίλη Αδαμόπουλο και την Μαρία Γεωργίου, για το στυγερό  έγκλημα στην Κρήτη με θύμα τη 45χρονη Σταυρούλα Λεβεντάκη.

«Παρ’ όλο που χάθηκαν και αρκετές ημέρες, γιατί μεσολάβησε ένα χρονικό διάστημα από την ημέρα που ουσιαστικά εξαφανίστηκε αυτή η γυναίκα και τελικά δολοφονήθηκε, μέχρι την ημέρα που καταγγέλθηκε στην αστυνομία η εξαφάνισή της, επειδή ακριβώς νοσηλευόταν ο αδερφός της στο νοσοκομείο, οπότε δεν είχαν προχωρήσει στη δήλωση εξαφάνισης.

Και τις πρώτες ημέρες που προσπαθούσα να ενημερωθώ για αυτή την εξαφάνιση τους έβλεπα αρκετά διστακτικούς και να λειτουργούν αθόρυβα, χρησιμοποιώντας ακόμα και κλιμάκιο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών από δω, από την Αθήνα. Τέσσερις αστυνομικοί έφτασαν στην Κρήτη πολύ γρήγορα, ουσιαστικά αυθημερόν πραγματοποιήθηκε η αυτοψία, επέστρεψαν με τα πειστήρια που είχαν κατασχέσει και σε πολύ λίγες ώρες είχαμε και τα πρώτα αποτελέσματα που πιστοποιούσαν ότι υπάρχουν στοιχεία της γυναίκας μέσα στην οικία που δεν δικαιολογούνται και προφανώς δεν μπορούσε να δικαιολογήσει και ο ίδιος ο δράστης με αποτέλεσμα να ομολογήσει» εξήγησε η κ. Δηλογλίδου.

Ως προς το τι ισχυρίζεται ο δράστης, η εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας ανέφερε «έχουμε μόνο τη δική του θέση, μετά την ομολογία του ότι ουσιαστικά υπήρξε αυτή η τυπική επίσκεψη που υπήρχε κάθε φορά που γινόταν ένας έλεγχος από την πλευρά της ιδιοκτήτριας του σπιτιού. Ήταν άλλωστε κάτι το οποίο είχε συμφωνηθεί μεταξύ του θύματος και του δράστη ότι θα υπάρχει εποπτεία της οικίας. Κάπου εκεί υπήρξε ένας διαπληκτισμός. Αναφέρει βέβαια και άλλα στην απολογία του που, καταλαβαίνετε για λόγους τους οποίους σεβόμαστε απόλυτα τη νεκρή, γι’ αυτό και δεν τους αναφέρω, τα οποία βέβαια δεν μπορούν να διαπιστωθούν καθώς η γυναίκα αυτή δεν βρίσκεται στη ζωή.

Ίσως, ψηφιακά πειστήρια όπως το κινητό του τηλέφωνο μπορέσουν να μας δώσουν κάποια στοιχεία για να πιστοποιήσουμε ουσιαστικά αν είναι πραγματικά αυτά που αναφέρει για τη μεταξύ τους σχέση ο κατηγορούμενος».

«Σημασία έχει ότι επιβεβαιώνεται ότι η ζωή της γυναίκας αφαιρέθηκε με πολύ βίαιο τρόπο. Δέχτηκε επίθεση από αυτόν τον άνδρα και στη συνέχεια προφανώς ξεψύχησε μέσα στην οικία, μεταφέρθηκε, έκανε αρκετές ενέργειες για να κρύψει τα ίχνη του και να εξαφανίσει τα πειστήρια του εγκλήματος και στη συνέχεια έθαψε τη γυναίκα σε μία αρκετά μεγάλη απόσταση από την οικία και μάλιστα έκανε και ενέργειες για να παραπλανήσει τους αστυνομικούς. Χρησιμοποίησε τις κάρτες ανάληψής της, πραγματοποίησε κάποιες αναλήψεις μόνο και μόνο για να υπάρχει άλλη εικόνα κατά την έρευνα» συμπλήρωσε.

«Από την πρώτη στιγμή που προσήχθη ο άνθρωπος αυτός για να εξετασθεί, οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ότι κάτι τους κρύβει. Στη συνέχεια προχώρησαν στη συλλογή βιντεοληπτικού υλικού και διαπίστωσαν ότι δικό του βιντεοληπτικό υλικό, ενώ υπήρχε κάμερα στο σπίτι, δεν υπήρχε και είχε καταστραφεί, οπότε μία μία οι κινήσεις του έδειχναν ότι κάτι περίεργο συμβαίνει. Αλώστε υπήρξε και υλικό το οποίο έδειχνε ότι η γυναίκα φτάνει στην οικία, αλλά δεν αποχωρεί με τον ίδιο τρόπο από αυτή.

Οι αστυνομικοί δεν κατάφεραν να ανακτήσουν το υλικό που είχε καταστραφεί, εξήγησε η κ. Δημογλίδου, ωστόσο χρησιμοποίησαν υλικό από άλλη οικία για να φτάσουν εκεί και στη συνέχεια έγινε πολύ καλή εξερεύνηση στην οικία. «Αυτός ο άνθρωπος προσπάθησε αρκετές μέρες και ώρες μετά το έγκλημα να καθαρίσει τα ίχνη του εγκλήματος ουσιαστικά από το σπίτι και ουσιαστικά τα κατάφερε. Υπήρχαν ελάχιστα στοιχεία τα οποία μας οδήγησαν στην ύπαρξη της σορού της γυναίκας μέσα στο σπίτι» επισήμανε.

Σε σχέση με τις διαδοχικές περιπτώσεις τον τελευταίο καιρό με γυναικοκτονίες, η κ. Δημογλίδου επιβεβαίωσε ότι ο τελευταίος μήνας «ήταν πολύ άσχημος, όχι μόνο για την αστυνομία, αλλά και για την κοινωνία γιατί πρέπει να μας απασχολεί πλέον ως κοινωνικό φαινόμενο».

«Συζητώντας το πρωί σε κάποια τηλεοπτική εκπομπή με μια ψυχολόγο, προσπαθούσαμε να διαπιστώσουμε αν τελικά υπάρχει ως δράστης ο μιμητισμός, όπως αναφέρουμε πολλές φορές, γιατί υπήρξαν και περιπτώσεις όπου υπήρχε άλλο μέσο πρόσφορο για να αφαιρεθεί ζωή και τελικά χρησιμοποιήθηκε ο ίδιος τρόπος, το μαχαίρι.

Και ξέρετε, είναι ένας από τους πιο δύσκολους τρόπους να αφαιρεθεί η ανθρώπινη ζωή. Οι αστυνομικοί το διδασκόμαστε αυτό στην Εγκληματολογία κατά τη θητεία μας στη Σχολή Αξιωματικών, είναι πολύ δύσκολο να αφαιρέσεις τη ζωή ενός ανθρώπου, καθώς το θύμα αντιστέκεται και είναι και πολύ άσχημος ο τρόπος με τον οποίο βρίσκει αντίσταση και ο ίδιος ο δράστης, οπότε προσπαθούμε κι εμείς να εξηγήσουμε αυτά τα εγκλήματα. Και ερχόμαστε ξανά να πούμε πόσο οικείο μας έχει γίνει αυτό, το έγκλημα και η βία. Ίσως πρέπει να το δούμε με άλλο τρόπο αυτό που συμβαίνει. Δεν μιλώ για έναν άνθρωπο ο οποίος έχει ξεκάθαρα ανθρωποκτόνο δόλο και έχει αποφασίσει ότι θα αφαιρέσει μια ζωή και πραγματικά το μόνο που του αξίζει είναι να αποδοθεί στη δικαιοσύνη και να λάβει την τιμωρία που οφείλει να λάβει σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα. Όμως πρέπει να το δούμε και ως κοινωνικό ζήτημα το πόσο εύκολα πλέον ένας άνθρωπος περνά στο έγκλημα και αφαιρεί ανθρώπινη ζωή» ανέφερε χαρακτηριστικά.

Από την άλλη, είναι σαφές ότι δεν είναι δυνατόν να μην αναφέρονται τα εγκλήματα αυτά, ενώ η  κ. Δημογλίδου σημείωσε ότι είναι και ένας τρόπος να βοηθηθούν οι γυναίκες που μπορεί να βλέπουν τον κίνδυνο αλλά να μην πιστεύουν ότι βρίσκονται κοντά στον θάνατο. «Εγκαίρως ενημερώνουμε τις αρχές. Δεν υπάρχει κανένας λόγος σήμερα μία γυναίκα να ανέχεται την κακοποίηση» τόνισε.

«Είναι πάρα πολλές οι καταγγελίες που έρχονται στην Ελληνική Αστυνομία. Αυτό εμείς το βλέπουμε και κάπως αντίστροφα, ότι οι γυναίκες πλέον έχουν καταλάβει ότι όταν υπάρχει κίνδυνος πρέπει να απευθύνονται στην αστυνομία. Ζητούν μόνες τους τα εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας, το Panic Button να μετακινηθούν σε safe houses. Δείχνει ότι έχει επικοινωνηθεί πάρα πολύ ο τρόπος με τον οποίο μια γυναίκα μπορεί να αντιμετωπίσει τη βία και τον κακοποιητή. Είναι λιγότερες οι καταγγελίες σε σχέση με πέρυσι, όμως βλέπουμε και πολύ βίαια περιστατικά» προσέθεσε η κ. Δημογλίδου.

Ερωτηθείσα για το περιστατικό στα Τρίκαλα με τον  άγριο ξυλοδαρμό 16χρονου από συνομήλικό του, σε πανηγύρι, η κ. Δημογλίδου επισήμανε «δεν πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ως ένα ακόμη περιστατικό ανήλικης παραβατικότητας και βίας μεταξύ ανηλίκων. Γιατί, η παραβατικότητα των ανηλίκων και η βία μεταξύ τους υπήρχε πάντα, ακόμη και όταν ήμασταν εμείς παιδιά.

Όχι όμως σε τέτοιο βαθμόΌχι με τη χρήση αντικειμένων αιχμηρών, όχι με αφαίρεση ζωής ή πολύ σοβαρές σωματικές βλάβες και για ασήμαντη αφορμή.

Το λέμε ξανά και ξανά. Και σε αυτό το περιστατικό η ενημέρωση που έχουμε είναι ότι ουσιαστικά δεν υπήρχε καμία αιτία της επίθεσης. Υπάρχουν ασήμαντες αφορμές, όμως στα μάτια των παιδιών φαντάζουν πολύ σοβαρές και με πολύ εύκολο τρόπο επιτίθενται βίαια στους συνομηλίκους τους».

Σε ό,τι αφορά την ποινική μεταχείριση αυτών των υποθέσεων που ενδεχομένως δεν λειτουργεί με την αυστηρότητα που θα μπορούσε να έχει πραγματικά αποτρεπτικά αποτελέσματα, η κ. Δημογλίδου ανέφερε «δεν μπορούμε να είμαστε αυστηροί απέναντι στα παιδιά. Πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία και προφανώς η αιτία ξεκινά από την οικογένεια, όσο δυσάρεστο και αν ακούγεται σε εμάς τους γονείς και βάζω και τον εαυτό μου μέσα σε αυτό.

Όσο και αν δεν μας αρέσει αυτό που ακούμε, όλα ξεκινούν από την οικογένεια και στη συνέχεια πρέπει και εμείς οι γονείς να αναζητήσουμε ευθύνες στην παρέα, στους φίλους, εκεί που κοινωνικοποιείται ένα παιδί. Όλα όμως ξεκινούν από το παράδειγμα που παίρνει ένα παιδί από το σπίτι του και στη συνέχεια διαχειρίζεται με αντίστοιχο τρόπο και το ίδιο τη βία. Προφανώς είναι εικόνες με τις οποίες το παιδί είναι εξοικειωμένο» σημείωσε καταλήγοντας.