Η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου

Την Μεγάλη Θεομητορική Εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και την εις Ουρανούς Μεταστάσεώς Της εορτάζει πανηγυρικά η Ορθόδοξος Εκκλησία στις 15 Αυγούστου εκάστου έτους.
Για την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου δεν υπάρχουν πληροφορίες από την Καινή Διαθήκη. Για την ζωή της Παναγίας μαθαίνουμε από την Πατερική Παράδοση, η οποία είναι το ίδιο έγκυρη πηγή με την Αποστολική Παράδοση, της οποίας αποτελεί φυσική συνέχεια, βασιζόμενη στην αγιοπνευματική εμπειρία και καθοδήγηση. Οι διηγήσεις σημαντικών εκκλησιαστικών Πατέρων, όπως του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, του Αγίου Μοδέστου Ιεροσολύμων, του Αγίου Ανδρέα Κρήτης, του Αγίου Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και άλλων, καθώς και τα σχετικά τροπάρια της Εκκλησιαστικής Υμνολογίας, αποτελούν πηγές άντλησης γεγονότων και πληροφοριών για την ζωή και την Κοίμηση της Θεοτόκου. Στα κείμενα αυτά διασώζεται η «αρχαία και αληθεστάτη» παράδοση της Εκκλησίας για αυτό το Θεομητορικό γεγονός. Από τους Πατέρες της Εκκλησίας ο Άγιος Επιφάνιος Κύπρου κάνει σαφή λόγο για την Κοίμηση και την Μετάσταση της Θεοτόκου. Το γεγονός αυτό μαρτυρεί ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος παρουσιάζεται ως ο πιο ένθερμος κήρυκας της Μετάστασης, συνοψίζοντας μάλιστα την δογματική διδασκαλία των Πατέρων που έζησαν πρίν από αυτόν, βασιζόμενος όπως ο ίδιος ομολογεί, πάνω σε «αρχαίαν και αληθεστάτην Παράδοσιν».

Επίσης για το γεγονός της Μετάστασης της Θεοτόκου μαρτυρούν στα έργα τους ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο Άγιος Γερμανός Α’ Κωνσταντινουπόλεως, το Μηνολόγιο του Βασιλείου του Πορφυρογέννητου, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας και πλήθος άλλων Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων. Έτσι λοιπόν σύμφωνα με την παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας όταν ήρθε η ώρα της εξόδου της Θεοτόκου, στάλθηκε και πάλι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ να της αναγγείλει την θέληση του Θεού και Υιού Της. Ενώ προσευχόταν στην Ιερουσαλήμ παρουσιάστηκε ο άγγελος και της προσέφερε ένα μικρό κλαδί φοίνικα και της είπε :«Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία. Σου φέρνω μήνυμα από τον Υιό Σου. Ήρθε η ευλογημένη ώρα να πας κοντά Του και να δοξαστείς όπως σου ταιριάζει. Ετοιμάσου λοιπόν και σε τρείς ημέρες θα έρθει Εκείνος να πάρει την τίμια και αμόλυντη ψυχή Σου».
Μετά από αυτό το γεγονός και αφού συνήλθε από την οπτασία, χάρηκε πολύ και πήγε γρήγορα να ανέβει στο αγαπημένο Της Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, εκεί που προσευχήθηκε για τελευταία φορά ο Υιός της πρίν το Πάθος Του. Συνήθιζε να ανεβαίνει και να προσεύχεται συχνά εκεί. Καθώς ανηφόριζε και περπατούσε στο μονοπάτι συνέβη ένα απροσδόκητο γεγονός, τα δέντρα και οι θάμνοι του δρόμου έγερναν και την προσκυνούσαν! Η άψυχη και άλογη κτίση, όπως είχε εναντιωθεί την ώρα του Σταυρικού Πάθους του Κυρίου και Υιού της, τώρα αποκτά ξανά κρίση και συναίσθημα και προσκυνά την Βασίλισσα του κόσμου! Στην συνέχεια κατευθύνθηκε στο σημείο εκείνο του κήπου που είχε προσευχηθεί και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Γονάτισε ταπεινά, ύψωσε τα σεπτά της χέρια και ατένισε τον Ουρανό. Ευχαρίστησε τον Θεό και τον παρακάλεσε για την σωτηρία του κόσμου. Καθ’ όλη την διάρκεια της προσευχής Της ένα Ουράνιο Φώς Την έλουζε. Το Τίμιο και Άγιο πρόσωπό Της έλαμπε από Θεία Ενέργεια. Επέστρεψε έπειτα στον Οίκο Της και άρχισε να ετοιμάζει τα απαραίτητα της κηδείας Της. Μάζεψε επίσης συγγενείς και πιστούς φίλους και φίλες Της και τους ανακοίνωσε την θέληση του Κυρίου να την καλέσει κοντά Του. Εκείνοι όταν άκουσαν αυτή την είδηση που τους μετέφερε η Παναγία ξαφνιάστηκαν και άρχισαν να θρηνούν τον χωρισμό της Μητέρας του Κυρίου. Εκείνη όμως, όπως συνήθιζε να κάνει τακτικά για κάθε θέμα, τους παρηγόρησε, λέγοντάς τους πως αυτή είναι η θέληση του Θεού και πως από την θέση Της στον Ουρανό θα πρεσβεύει πάντοτε για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Για παρηγοριά τους δώρισε δύο από τα φορέματά της, την Σκέπη (το μαντήλι της κεφαλής Της) και την Εσθήτα Της, τα οποία αποτέλεσαν έπειτα από τους πολυτιμότερους θησαυρούς της Εκκλησίας μας. Στην συνέχεια, την Τρίτη ημέρα από την επίσκεψη του Αρχαγγέλου, η Κυρία Θεοτόκος, αφού ντύθηκε μόνη της τα νεκρικά Της ενδύματα, κάλεσε πάλι τους οικείους Της και ξάπλωσε ήρεμα στην κλίνη Της.

Ένα θαυμαστό γεγονός συνέβη ευθύς αμέσως, το οποίο είναι το εξής :μία δυνατή βοή ακούστηκε στο σπίτι Της και μία φωτεινή νεφέλη το κάλυψε. Από τα πέρατα της Οικουμένης μεταφέρθηκαν σε νεφέλες, οι άγιοι Απόστολοι, προκειμένου να παρευρεθούν στην Έξοδό Της. Μεταφέρθηκε εκεί , επίσης κατά τον ίδιο τρόπο, ο Απόστολος Παύλος, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και ο Άγιος Ιερόθεος, ο πρώτος επίσκοπος Αθηνών, ο Άγιος Τιμόθεος και άλλα σημαντικά πρόσωπα της Εκκλησίας. Αφού τους χαιρέτισε και τους ευλόγησε όλους, η Κυρία Θεοτόκος παρέδωσε την Αγία ψυχή Της στα χέρια του Υιού Της, ο οποίος κατέβηκε από τον Ουρανό για να την παραλάβει ο ίδιος. Οι απόστολοι που είχαν συγκεντρωθεί εκεί, οι προεστοί της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων και ο πιστός λαός, άρχισαν να ψάλλουν εξόδιους ύμνους στην Θεομήτορα.
Ταυτόχρονα ακούστηκε να συμψάλλει στρατιά αγγέλων από τον Ουρανό. Η ουράνια μελωδία ακούγονταν σε όλη την πόλη. Μετά σχηματίστηκε νεκρική πομπή με κατεύθυνση προς τη Γεσθημανή όπου θα γινόταν η ταφή του Τιμίου Σκηνώματός Της. Οι θρήνοι του κόσμου που είχε χάσει την μητέρα του, ενώνονταν με τις ψαλμωδίες των Αποστόλων . Δάκρυα λύπης και χαράς κυλούσαν στα πρόσωπά τους. Πρίν φθάσει η πομπή στην Γεσθημανή για την ταφή, φανατικοί Ιουδαίοι θέλησαν να βεβηλώσουν την έξοδο της Μητέρας του Ιησού Χριστού, τον οποίο αυτοί μισούσαν θανάσιμα. Με ύβρεις και απειλές προκαλούσαν τον χριστιανικό κόσμο που ακολουθούσε την πομπή. Κάποιος από αυτούς μάλιστα έφθασε στο σημείο να πλησιάσει το σεπτό φέρετρο της Θεοτόκου με σκοπό να το ρίξει στο έδαφος το Άγιο Σκήνωμά Της. Μόλις αυτός τόλμησε να αγγίξει το στολισμένο από μυρωδάτα άνθη φέρετρο, αμέσως κόπηκαν και τα δύο του χέρια και έμειναν κολλημένα πάνω σε αυτό. Ταυτόχρονα επίσης έχασε και το φώς του. Τότε κατάλαβε την αισχρότατη πράξη που διέπραξε και ακολούθως με δυνατές φωνές δήλωνε μετάνοια και παρακαλούσε την Παναγία να τον λυπηθεί και να τον θεραπεύσει. Και ω του θαύματος θεραπεύτηκε! Κατόπιν έγινε Χριστιανός και ακολούθησε την πομπή όπως οι άλλοι Χριστιανοί. Έπειτα η πομπή έφθασε στην Γεσθημανή όπου έγινε η κήδευση του άχραντου λειψάνου της Παναγίας. Με συγκίνηση, λυγμούς και δάκρυα στα μάτια, οι άγιοι Απόστολοι και άλλοι Χριστιανοί σφράγισαν το μνημείο και αποχώρησαν. Μετά την ταφή και αφού πέρασαν τρείς ημέρες από αυτή, έφθασε στην Γεσθημανή ο Απόστολος Θωμάς. Ζήτησε αμέσως, επίμονα με πολλά δάκρυα στα μάτια και λύπη απεριόριστη, να ανοίξουν τον τάφο για να δει και να προσκυνήσει για τελευταία φορά το Τίμιο Σκήνωμα της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Οι άλλοι Απόστολοι μπροστά στην επιμονή του αυτή άνοιξαν τον τάφο και ω του θαύματος, ο τάφος ήταν κενός, ο Κύριος μετέστησε το πάνσεπτο σώμα Της στον Ουρανό, ώστε να μήν γευτεί την φυσική φθορά. Από την Εκκλησία χαρακτηρίστηκε η αργοπορία του Θωμά ως Οικονομία του Θεού, για να γίνει γνωστή η Μετάσταση της Κυρίας Θεοτόκου! Ο κενός τάφος Της στην Γεσθημανή αποτελεί μέχρι σήμερα και θα αποτελεί πηγή αγιασμού των μυριάδων πιστών που τον επισκέπτονται κάθε χρόνο και τεκμήριο της Μετάστασής Της στον Ουρανό. Η Κεχαριτωμένη Θεοτόκος, η Μητέρα του Θεού και όλων των Χριστιανών διακόνησε καίρια το μυστήριο της του Θεού Λόγου σαρκώσεως και της των ανθρώπων θεώσεως και έγινε πρόξενος απείρων θεοδώρητων αγαθών προς την ανθρωπότητα. Έτσι λοιπόν η Θεοτόκος που είχε βαστάσει μέσα της τον Κύριο της Δόξης,υψώθη προς Αυτόν και ως λογική ολκάς, αφού επεραίωσε τον πλούν του βίου, μεθωρμίσθη προς τον πανεύδιον λιμένα αυτής, ομού και κυβερνήτην του παντός, δηλαδή προς τον Αναστάντα Κύριον, ο οποίος έσωσε και εζωογόνησε το ανθρώπινο γένος από τον κατακλυσμό της ασεβείας και της αμαρτίας. Η Παναγία είναι το πρώτο ανθρώπινο πρόσωπο, στο οποίο εκπληρώθηκε η σωτήρια επαγγελία και διαβεβαίωση του Λυτρωτή μας Χριστού,πως όποιος πιστεύει σε Αυτόν «είς κρίσιν ούκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν έκ τού θανάτου είς την ζωήν» (Ιωαν. 5,24). Και αυτό διότι, ο θάνατος καταργήθηκε από Αυτόν με τον δικό Του ζωοποιό θάνατο «θανάτων θάνατον πατήσας» δίνοντάς μας την πιο ελπιδοφόρα αγγελία,ότι «έρχεται ώρα, καίνύνεστίν, ότε οί νεκροί ακούσονται τής φωνής τού Υιού τού Θεού, και οί ακούσαν τες ζήσονται» (Ιωαν. 5,25). Αξιώθηκε η Παναγία να γίνει η μητέρα της ζωής, αφού ο Λυτρωτής μας Χριστός είναι ο ίδιος ή ζωή και ο χορηγός της ζωής, όπως μας διαβεβαίωσε ο Ίδιος «ώσπερ ό Πατήρ έχει ζωήν έν αυτώ, ούτως έδωκε και τώ Υιώ ζωήν έχειν έν αυτώ» (Ιωαν. 5,26).
Επίσης όπως ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μας διαβεβαίωσε λέγοντας πως, «εγώ ειμί ή ανάστασις καί ή ζωή. Ό πιστεύω είς εμέ, κάν αποθάνη, ζήσεται, και πάς ό ζών και πιστεύων είς εμέ ού μη αποθάνη είς τόν αιώνα» (Ιωαν 11,26).Αυτός είναι που μας χάρισε την βιολογική μας ζωή και θα μας χαρίσει και την αιώνια. Η Παναγία, μετά τον Ιησού Χριστό, αφού γεύτηκε, όπως και Εκείνος, στιγμιαία το γεγονός του θανάτου, μετέστησε ο Κύριος το τίμιο σώμα Της στον Ουρανό, πρίν υποστεί την φυσική φθορά για να ενωθεί με το πνεύμα Της. Ο Χριστός έγινε αναμφίβολα η «απαρχή των κεκοιμημένων» (Α’Κορ15-20),και η Παναγία έγινε η επιβεβαίωση αυτής της ελπιδοφόρου προσδοκίας.
Μετά τον θάνατο η ψυχή της ενώνεται αμέσως με τον Χριστό. Διότι ο Κύριος κατά την ώρα της Κοιμήσεως της Μητέρας Του συνοδευόμενος από τα υπερκόσμια τάγματα των αγγέλων και αγίων παίρνει την ιερά ψυχή Της, όχι απλώς στον Ουρανό, αλλά «έως αυτού του βασιλικού θρόνου Του, έως τα επουράνια Άγια των Αγίων» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Στο έργο του «Ο βίος της ΥπερευλογημένηςΔεσποίνης ημών Θεοτόκου και ΑειπαρθένουΜαρίας» ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής μας ενημερώνει πως, από τον Χριστό ο θάνατος έγινε κοίμηση, και περισσότερο από όλους τους αγίους, η Θεοτόκος, παρά την κοίμησή της συνεχίζει να είναι παρούσα μέσα στον κόσμο με την αδιάλειπτη παρουσία της. Σύμφωνα με τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα στο έργο του «Είς την πανένδοξον Κοίμησιντής Υπεραγίας ημών και Παναχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου», η Θεοτόκος αποτελεί την γέφυρα που οδηγεί τον άνθρωπο από την γη στον ουρανό. Είναι η Μεσίτρια που ενώνει την γη με τον ουρανό, τον Θεό με τον πεπτοκώταάνθρωπο. Ο ευλογημένος λαός του Θεού βλέπει στο πρόσωπο της Παναγίας την Νέα Εύα – Ζωή, την υπάκουη ανταπόκριση του ανθρώπου στην λυτρωτική απόφαση της Θείας Αγάπης. Την ζει ως αντιπρόσωπο όλων των ανθρώπων, ως τον «καρπό των κτισμάτων του Θεού».
Οι Χριστιανοί γνωρίζουν το αμετάθετο της μεσιτείας της,γι ‘αυτό την αποκαλούν «Μεσίτρια», και αυτός ο χαρακτηρισμός δεσπόζει μέσα στις θεομητορικές εορτές «Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ελέγξη τάς πράξεις, ενώπιον των αγγέλων, παρακαλώ σε Παρθένε, βοήθησόν μοι έν τάχει». Ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μας διδάσκει ότι «μεθόριον μεταξύ κτιστής και ακτίστου φύσεως» η Θεοτόκος έγινε η «νέα Εύα», δι’ αυτής γεννήθηκε ο «νέος Αδάμ», αναδημιουργήθηκε η πλάση, γεννήθηκε μία νέα ανθρωπότητα, ένας καινός άνθρωπος, ο καινός εν Χριστώ άνθρωπος. Και η κτίση έγινε «κόσμος» αληθινός, απέκτησε μία καινούργια σημασία, ενώθηκε η θεότητα με την ανθρωπότητα. Ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης , ο Άγιος Ανδρέας, μας διδάσκει πως το αδιάφθορο της Παρθενίας της Θεοτόκου κατά την γέννηση του Χριστού έχει ως φυσικό επακόλουθο και την μή διαφθορά του σώματός Της κατά την ώρα του θανάτου, «ο τόκος διέφυγε την φθορά και ο τάφος δεν δέχθηκε την διαφθορά».
Η Παναγία Θεοτόκος μετά την Κοίμησή Της καθίσταται η Μητέρα της νέας κτίσεως, της Εκκλησίας του Χριστού. Στην Οικονομία της Σωτηρίας η Θεοτόκος έχει κεντρική θέση, αφού από Αυτήν σαρκώθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός που είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, έχει τώρα στην Επουράνιο Εκκλησία όλο το πλήρωμα της χάριτος και δόξας και παρησσίας. Έγινε η Θεοτόκος η ευεργέτιδα πάσης φύσεως και κτίσεως, γι’ αυτό προσκυνείται από όλη την κτίση ως Κυρία και Δέσποινα και Βασίλισσα και Θεομήτορα. Στο έργο του «Λόγος είς την Κοίμησιν τής Θεοτόκου», ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας πληροφορεί πως η Παναγία υπήρξε πρό τόκου, έντόκω και μετά τον τόκο αειπάρθενος και αδιάφθορος, επάνω της συγκεντρώνει την χάρη της παρθενίας και της μητρότητας. Σύμφωνα με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά στο έργο του «Ομιλία ΝΒ’, Είς την είς τά άγια των αγίων είσοδον της Θεοτόκου», αυτή εξάλλου απ’ όλη την κτίση δέχεται τη Χάρη του Θεού, την οποία κατανέμει «κατ’αξίαν» σε όλα τα κτίσματα.
Η μετά θάνατον ζώσα Θεοτόκος έλαβε τη δυνατότητα και το χάρισμα από τον Υιό Της να σώζει, με την έννοια της σχετικής σωτηρίας από κάθε δεινό δια των ακοίμητων πρεσβειών της υπέρ του κόσμου, ο οποίος έγινε και δική της κληρονομιά, ως μητέρα του Μεγάλου Κληρονόμου Χριστού (Γαλ. 4,5).

Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας με μία πρόταση μας διδάσκει κάτι πολύ ουσιαστικό για την Κυρία Θεοτόκο, λέγοντάς μας «Κι έφθασε η αρετή μιάς ψυχής να σταματήση την κακία των ανθρώπων όλων των αιώνων». Η Ορθόδοξος Εκκλησία για να εκφράσει την περισσή της αγάπη και τον μεγάλο σεβασμό που τρέφει προς την Αειπάρθενο, της έχει προσδώσει πλήθος τιμητικών ονομάτων και επιθέτων, « Ευαγγελίστρια, Οδηγήτρια, Βρεφοκρατούσα , Γλυκοφιλούσα, Άξιον Εστίν, Γοργοϋπήκοος, Ρόδον το Αμάραντον, Αμόλυντος, Εκατονταπυλιανή, Πελεκητή, Βλαχέρνα, Μυρτιδιώτισσα, Σπηλιώτισσα, Δεμερλιώτισσα, Χοζοβιώτισσα, Γιάτρισσα, Ελεούσα, Δεξιά, Γαλακτοτροφούσα,Σουμελά, Φοβερά Προστασία, Προρταΐτισσα, Προυσιώτισσα, Σπηλιανή, Παντάνασσα, Πλατυτέρα των Ουρανών , Γρηγορούσα, Παραμυθία, Ελπίς των Απελπισμένων, Παναγιά του Έβρου, Φιδούσα, Θρηνοδούσα, Επτάσπαθη, Παναγία Αναφωνήτρια, Παναγία Μεσοσπορίτισσα, Παναγία Δεομένη, Παναγία Κορώνας,Αγιάσσου, Ιεροσολυμίτισσα, Χρυσαφίτισσα, Κουδουμά, Παναγία Μακρυράχης, Δομιανών, Δοβρά, Ψυχοσώστρια, Εικοσιφοίνισσα, Παναγία Τρυπητή, Τριχερούσα, Φανερωμένη, Παναγία Πέτρας, Γκρεμνιώτισσα, Παναγιά η των πάντων Ελπίς, Παναγία Κύκκου, Παναγία Ξενιά, Παναγία Ξυνιάδα, Παναγία Νικοποιός, Παναγία του Ακαθίστου, Παναγία Επουράνιος Πύλη, είναι μερικά από αυτά. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Άγιος Νεκτάριος, ο Επίσκοπος Πενταπόλεως, ο οποίος αφιέρωσε προς τιμήν της Παναγίας πέντε χιλιάδες ποιητικούς στίχους, που αποτέλεσαν το «Θεοτοκάριόν» του. Παναγία, Θεοτόκος, Κεχαριτωμένη, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ, Μήτηρ Θεού του Υψίστου, Ηλιοστάλακτος Θρόνος, Δωδεκάτειχος Πόλις , Ακατανόητο Θαύμα, Γλυκασμός των Αγγέλων, Ζώσα και Άφθονος Πηγή, ΈμψυχοςΚιβωτός, Άχραντος, Αμόλυντος, Σκέπη του Κόσμου, Δένδρον Αγλαόκαρπον, Ξύλον Ευσκιόφυλλον, Βακτηρία Τυφλών ,Αδικουμένων Προστάτις, Πενομένων Τροφή, Ξένων τε Παράκλησις, Ορφανών Βοηθός , Καταπονουμένων Σκέπη, Ακτίς Νοητού Ηλίου, Θεού Κατοικοιτήριον, Βασιλέως Καθέδρα, Χρυσοπλοκώτατος Πύργος, Επυράνιος Πύλη, Αδικουμένων Προστάτις, Θλιβομένων η Χαρά, Ταχεία Επίσκεψις, Εκλαμπροτέρα Ουρανών, Φωτός Καθαρωτέρα, Ακτίνων Λαμπροτέρα, είναι επίσης μερικά αφιερώματα, ονόματα και επίθετα που έχουν δοθεί προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου. «Έν τή Γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, έν τή Κοιμήσει τόν κόσμο ού κατέλιπες Θεοτόκε, μετέστης προς τήν ζωή, Μήτηρ υπάρχουσα τής ζωής, και ταίς πρεσβείας ταίς σαίς λυτρουμένη, έκ θανάτου τάςψυχάς ημών», ψάλλουμε στο απολυτίκιο της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Συγκινητική είναι επίσης η προσευχή προς την Παναγία στην ακολουθία του Αποδείπνου «Ή τών απελπισμένων μόνη Ελπίς και των πολεμουμένωνή βοήθεια, ή έτοιμη αντίληψης των είς σέ προστρεχόντων καί πάντων τών Χριστιανών τό καταφύγιο».
Η Τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ, της οποίας καθαγιάστηκε το πάναγνο σώμα της, από την θεία κυοφορία της, αξιώθηκε να μη υποστεί φθορά και να δοξαστεί ευθείς αμέσως μετά την Κοίμησή Της και όχι στο τέλος του κόσμου. Η Μετάσταση της Θεοτόκου είναι μοναδική και ανεπανάληπτη κατάσταση, την οποία ο Χριστός χάρισε στην Παναγία Μητέρα του. Οφείλουμε να την τιμούμε την Θεοτόκο με την δέουσα ευλάβεια όπως ορίζει η Εκκλησία. Να την υμνούμε και να την μακαρίζουμε όπως εκείνη προφήτευσε, ότι θα την μακαρίζουν και θα την και θα την γεραίρουν όλες οι γενιές των ανθρώπων (Λουκ.1,48).Να την επικαλούμαστε στις προσευχές μας ως θερμή προστάτης και βοηθός και να της αναθέτουμε κάθε φορτίο της ζωής μας, καθότι είναι η «έν πρεσβείας ακοίμητος Θεοτόκος και προστασίας αμετάθετος ελπίδα ».
Να έχουμε τη βεβαιότητα πως και μετά την Κοίμησή Της, «Τον κόσμον ού κατέλιπε», παραμένοντας εσαεί η μεγάλη αρωγός μας. Η Παναγία είναι ευλογία για όλον τον κόσμο, αγιασμός για το σύμπαν, άνεση για τους κουρασμένους, παρηγοριά για τους πενθούντες, θεραπεία για τους αρρώστους, λιμάνι για τους θαλασσοδαρμένους, συγχώρηση για τους αμαρτωλούς, παρηγοριά για τους λυπημένος, πρόθυμη βοήθεια για όλους όσους την επικαλούνται. Αρχή και μέση και τέλος όλων των αγαθών που ξεπερνούν τον νού μας. «Δέσποινα, πρόσδεξαι τάς δέήσεις τών δούλων Σου και λύτρωσαν ημάς από πάσης ανάγκης και θλίψεως».
Παναγία Παρθένε βοήθησέ μας να παίρνουμε δύναμη από την Χάρη σου να δοξάζουμε τον προαιώνιο Λόγο που σαρκώθηκε από εσένα για εμάς, μαζί με τον Άναρχο Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και σε όλους τους αιώνες.
Να έχουμε τις Μεσιτείες Της!

Ο Κωνσταντίνος Ζαγγανάς είναι Θεολόγος, Καινοδιαθηκολόγος, Συγγραφέας, Σύμβουλος Ιατρικής Δεοντολογίας και Βιοηθικής, Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού, με σπουδές σε Εκκλησιαστική Ιστορία, Νευροψυχολογία και Ειδικές Ανάγκες, Παιδοψυχολογία, Σχολική Ψυχολογία, Διαπολιτισμική Εκπαίδευση, Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων, Διοίκηση Μονάδων Υγείας, Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων και Οργανισμών, Διοίκηση Ανθρωπίνων Πόρων (HRM).





