Νοτοπούλου: Οι διακρίσεις κατά ΑμεΑ και γυναικών δεν αντιμετωπίζονται με ευχολόγια

Intime
|
THESTIVAL TEAM

Την ανάγκη να μετατραπούν τα πορίσματα του Συνηγόρου του Πολίτη σε ουσιαστικές δημόσιες πολιτικές για την εξάλειψη των έμφυλων ανισοτήτων, της άνισης μεταχείρισης εξαιτίας αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, φυλής ή εθνικής και εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, καθώς και οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, υπογράμμισε στην παρέμβασή της στην Επιτροπή Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η βουλευτής Κατερίνα Νοτοπούλου.

Η τομεάρχης Κοινωνικής Συνοχής και πρόνοιας της Κ.Ο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και βουλευτής Α΄ Θεσσαλονίκης αναφέρθηκε στις έμφυλες διακρίσεις που όχι μόνο υφίστανται ακόμη, αλλά συχνά αποκτούν πιο σύνθετες και «αόρατες μορφές» όπως προκύπτει και από τις καταγγελίες που φτάνουν στο Συνήγορο του Πολίτη, αναδεικνύοντας την σοβαρότητα της κατάστασης.

Στην τοποθέτησή της, αναφέρθηκε με στοιχεία στη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν οι πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, τονίζοντας ότι «η διάκριση δεν είναι ατύχημα, είναι αποτέλεσμα επιλογών».

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον αποκλεισμό των ΑμεΑ, με αναφορά στα ανησυχητικά στοιχεία της Eurostat σύμφωνα με τα οποία το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία στην Ελλάδα να παραμένει κάτω από το 35%, ενώ 1 στα 2 άτομα βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού. Όπως είπε, δεν πρόκειται απλώς για αριθμούς όμως, καθώς μέσα απο αυτούς αποτυπώνεται μια πραγματικότητα αποκλεισμού, την οποία ο Συνήγορος καταγράφει, συστηματικά, μέσα από καταγγελίες που αφορούν, κυρίως

-την πρόσβασή τους σε επιδόματα και κοινωνικές παροχές

-τη λειτουργία των δομών φροντίδας και πρόνοιας

-την πρόσβαση στην εκπαίδευση και στην ειδική αγωγή

-την προσβασιμότητα σε δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές

Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το κενό μετά την ενηλικίωση των ατόμων με αναπηρία είπε, καθώς οι ανάγκες όλο μεγαλώνουν, οι δομές είναι ανεπαρκείς, ενώ οι οικογένειες αφήνονται, ουσιαστικά, χωρίς στήριξη να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους με κάποια πενιχρά επιδόματα που δε μπορούν να καλύψουν, ούτε στοιχειωδώς τις ανάγκες τους.

Στο πεδίο των έμφυλων ανισοτήτων, η Κατερίνα Νοτοπούλου, μίλησε για το μισθολογικό χάσμα που επιμένει (10-12%), καθώς και για το γεγονός ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος της άμισθης φροντίδας, γεγονός που επηρεάζει, άμεσα τη συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας. Αναφέρθηκε ακόμη στην έξαρση της ενδοοικογενειακής βίας και την έλλειψη επαρκών δομών υποστήριξης.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις πιο ευάλωτες ομάδες γυναικών, όπως τις γυναίκες με αναπηρία, τις προσφύγισσες, μετανάστριες , τις μονογονεϊκές οικογένειες, πιθανά «θύματα» πολλαπλών διακρίσεων, περιπτώσεις που δεν αναγνωρίζονται , όπως τόνισε, επαρκώς, ως προς την πολλαπλή ευαλωτότητά τους.

Αναφερομενη στον καθοριστικό ρόλο του Συνηγόρου του Πολίτη ο οποίος διερευνά καταγγελίες, διαμεσολαβεί με την διοίκηση, εκδίδει πορίσματα και συστάσεις, υπογράμμισε οτι οι παρεμβάσεις του δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, και άρα η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται, τελικά, από τη συμμόρφωση της διοίκησης αλλά και την πολιτική βούληση.

Η Κατερίνα Νοτοπούλου, υπογράμμισε για ακόμη μια φορά την ανάγκη για ουσιαστικές πολιτικές ισότητας και κάλεσε την κυβέρνηση να σταματήσει να περιορίζεται στην απλή καταγραφή των ανισοτήτων: «Η ευθύνη της Πολιτείας δεν είναι απλώς να καταγράφει τις διακρίσεις, αλλά να τις εξαλείφει με επαρκή χρηματοδότηση και ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου».