Στο αεροδρόμιο η συνάντηση με τον Ερντογάν με τον Άντονι Μπλίνκεν – Τι συζητήθηκε με τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου

|
THESTIVAL TEAM

Συνάντηση με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, είχε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Άντονι Μπλίνκεν, λίγη ώρα μετά τις συνομιλίες και τις κοινές δηλώσεις με τον Τούρκο ομόλογό του, Μεβλούτ Τσαβούσογλου.

Η συνάντηση Ερντογάν-Μπλίνκεν, λίγες ώρες πριν το ταξίδι του επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα εκδηλώσεων του αεροδρόμιου Εσενμπογκάι στην Άγκυρα.

Στην συνάντηση που πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών, παρόντες ήταν ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, και ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Άγκυρα, Τζέφρι Φλέικ.

Τι συζητήθηκε με τον Τσαβούσογλου

Κεντρικό θέμα στις συνομιλίες με τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου που πραγματοποιήθηκε νωρίτερα αποτέλεσε το ζήτημα της αγοράς των F-16 από την Τουρκία με τον Τούρκο ΥΠΕΞ να πιέζει για στήριξη από το Κογκρέσο ώστε να προχωρήσει η σχεδιαζόμενη συμφωνία ύψους 20 δισ. δολαρίων για μαχητικά αεροσκάφη F-16 και τον Αμερικανό ομόλογό του να του ξεκαθαρίζει ότι δεν μπορεί να του δώσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

Ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου δήλωσε ότι η Τουρκία θα ήθελε η αμερικανική κυβέρνηση να στείλει επίσημη ενημέρωση στο Κογκρέσο σχετικά με το ζήτημα αυτό. «Θέλουμε μια επίσημη απόφαση από το Κογκρέσο όσον αφορά το ζήτημα αυτό το συντομότερο δυνατόν» είπε χαρακτηριστικά ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας. Όπως σημείωσε δεν είναι δυνατό η Άγκυρα να αγοράσει F-16 με όρους και πρόσθεσε ότι πιστεύει πως το θέμα μπορεί να διευθετηθεί, αν η αμερικανική κυβέρνηση τηρήσει μια αποφασιστική στάση.

Από την πλευρά του ο Άντονι Μπλίνκεν, ερωτηθείς σχετικά, αν και είπε ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν στηρίζει την Άγκυρα στο θέμα της αγοράς των μαχητικών, στη συνέχεια συμπλήρωσε ότι «δεν έχω να σας ανακοινώσω ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τα F16. Είμαι σε επαφή με το Κογκρέσο».

Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών δήλωσε, επίσης, ότι η χώρα του θα στηρίξει την Τουρκία «για όσο χρειαστεί» μετά τον φονικό σεισμό της 6ης Φεβρουαρίου ενώ πρόσθεσε ότι η ξεκάθαρη φωνή της Τουρκίας υπέρ της κυριαρχίας της Ουκρανίας ήταν κρίσιμης σημασίας.

«Οι ΗΠΑ και η Τουρκία δεν συμφωνούν σε όλα τα ζητήματα, αλλά έχουν μια σχέση που έχει αντέξει στις προκλήσεις» σχολίασε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Όσον αφορά το θέμα της ένταξης Σουηδίας και Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ ο Τσαβούσογλου είπε ότι «η Σουηδία έχει στείλει ορισμένα θετικά μηνύματα αλλά δυστυχώς βλέπουμε ότι συνεχίζεται η δραστηριότητα του ΡΚΚ στη Σουηδία. Είναι στο χέρι της Σουηδίας να τη σταματήσει».

Παράλληλα τόνισε ότι δεν είναι δίκαιη και σωστή προσέγγιση να συνδέεται το θέμα της ένταξης στο ΝΑΤΟ των δύο χωρών με τα F16 ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου είπε ότι «δεν είναι σωστή αντιμετώπιση να μπλέκουμε τα δύο αυτά ζητήματα».

«Οι ΗΠΑ στηρίζουν θερμά την ένταξη των σκανδιναβικών χωρών το συντομότερο δυνατό (…) η επέκταση του ΝΑΤΟ στη Σουηδία και τη Φινλανδία δεν είναι ένα διμερές ζήτημα», σχολίασε ο Μπλίνκεν ο οποίος τόνισε ότι η Ουάσινγκτον στηρίζει ένθερμα τη γρήγορη ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ, με δεδομένα τα βήματα που έχουν γίνει.

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών δήλωσε, επίσης, ότι η χώρα του δεν πουλά στη Ρωσία εξοπλισμό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον πόλεμό της εναντίον της Ουκρανίας, μετά τις προειδοποιήσεις των ΗΠΑ νωρίτερα τον Φεβρουάριο σχετικά με τις εξαγωγές στη Μόσχα χημικών προϊόντων, μικροτσίπ και άλλου εξοπλισμού. Παράλληλα τόνισε ότι η Τουρκία δεν θα επιτρέψει να παραβιαστούν οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας εντός της Τουρκίας ή μέσω της Τουρκίας, τονίζοντας ότι λαμβάνονται μέτρα για την αποτροπή αυτού του ενδεχομένου.

Ελληνοτουρκικά, ΝΑΤΟ, ενεργειακά

Ο Άντονι Μπλίνκεν θα φτάσει στην Αθήνα αργά το απόγευμα και θα κατευθυνθεί αμέσως στο Μέγαρο Μαξίμου. Κατά πληροφορίες του protothema.gr, θα ισχύσουν αυστηρά μέτρα ασφαλείας, όμως η κυκλοφορία δεν θα κλείσει συνολικά, αλλά μόνο λωρίδες σε σημεία που θα διέρχεται η πομπή του Αμερικάνου αξιωματούχου. Το ραντεβού του με τον κ. Μητσοτάκη είναι προγραμματισμένο για τις 19:30, οι δυο τους θα έχουν μια σύντομη συζήτηση στον «καναπέ» του Μαξίμου μπροστά στις κάμερες, εν συνεχεία θα τα πουν πριβέ και θα ακολουθήσει το δείπνο με διευρυμένη σύνθεση. Από μέρους Ελλάδας θα συμμετάσχουν, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας, ο υπουργός Άμυνας Νίκος Παναγιώτοπουλος και η πρέσβης μας στις ΗΠΑ Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, ενώ από αμερικανικής πλευράς αναμένεται να είναι στο Μέγαρο Μαξίμου ο πρέσβης εν Ελλάδα Τζωρτζ Τσούνης.

Στην ευρύτερη ατζέντα της συζήτησης περιλαμβάνονται οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις, ενώ νωρίς το πρωί της Τρίτης ξεκινά ο τέταρτος γύρος του στρατηγικού διαλόγου μεταξύ των δύο χωρών σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών. Θα γίνει συζήτηση για την Ουκρανία και για την εξέλιξη του πολέμου, αν και η χώρα μας έχει ξεκαθαρίσει δια του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι δεν θα παράσχει Leopard 2 στη δοκιμαζόμενη χώρα, καθώς μια τέτοια ενέργεια θα αδυνάτιζε την εθνική μας άμυνα. Είναι προφανές ότι θα γίνει κουβέντα για τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και στα ελληνοτουρκικά, αν και η εκτίμηση της Αθήνας είναι ότι βαίνουμε σε μια περίοδο, κατά την οποία οι τόνοι θα είναι ηπιότεροι. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι στην ελληνική πλευρά έχουν υπερβολικές προσδοκίες για άρση του αναθεωρητικού αφηγήματος της Άγκυρας. Ακόμα, θα γίνει κουβέντα για την είσοδο Φινλανδίας και Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, επί της οποίας η στάση της χώρας μας είναι εξ αρχής θετική.

Ξεχωριστό κεφάλαιο είναι οι εξελίξεις στα ενεργειακά. Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τη χώρα μας ως κόμβο στην περιοχή, ενώ και η επιδίωξη της ελληνικής πλευράς είναι να λειτουργούμε ως κόμβος ενεργειακής ασφάλειας στην περιοχή. Στην εξίσωση περιλαμβάνονται η λειτουργία της Ρεβυθούσας, η μονάδα FSRU που κατασκευάζεται στην Αλεξανδρούπολη και η τρίτη που δρομολογείται στην Κόρινθο, οι εξαγωγές στη Βουλγαρία, ο EuroAsia Interconnector που οι ΗΠΑ υποστηρίζουν, το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης με την Αίγυπτο κ.α. Πάντως, μια εκκρεμότητα στην ελληνοαμερικανική συζήτηση είναι ο ρόλος του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης, της Σούδας του Βορρά, μετά την ακύρωση της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης, στην οποία οι δύο βασικοί πλειοδότες ήταν εταιρίες αμερικανικών συμφερόντων.