του Γιώργου Ρακκά

Όταν επαναλαμβάνεται η ιστορία, φαίνεται πως στην Ελλάδα κυριαρχεί η εκδοχή της επανάληψής της ως τραγωδία, και όχι ως φάρσα, δυστυχώς. Έτσι, αυτές τις μέρες πάνω στην κοινοβουλευτική κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, ζούμε ένα δεύτερο «1965» με γεγονότα που δηλητηριάζουν, βαθύτατα και ενδεχομένως αμετάκλητα, τον δημοκρατικό βίο της χώρας. Η δράση των ξένων δυνάμεων μέσω των πρεσβειών, ή ακόμα και απευθείας, μέσω της ωμής παρέμβασης ξένων ηγετών όπως συνέβη κατά επίσκεψη Μέρκελ είναι ανάλογη, αν όχι εντονότερη: Αν υπάρχει μια διαφορά στα όσα συνέβησαν τότε, αυτή αφορά στο γεγονός ότι πρωταγωνιστής στον διασυρμό της δημοκρατίας δεν είναι το παλάτι, ως ξένο σώμα που δρα εναντίον της, αλλά, η ίδια η κυβέρνηση, ο κυβερνητικός εταίρος και η ‘κουρελού των προθύμων’ που έχει καταφέρει να σχηματίσει ο Αλέξης Τσίπρας, τάζοντας σε αντάλλαγμα αξιώματα και εκλόγιμες θέσεις στο ψηφοδέλτιο του κόμματός του.

Η κυβέρνηση είναι θύτης, λοιπόν, και όχι θύμα της αποστασίας αυτής, που αποκλειστικό σκοπό έχει να παρακάμψει την βούληση του ελληνικού λαού και να προχωρήσει στην κύρωση μιας Συμφωνίας, που απειλεί να βάλει σε περιπέτειες ‘βαλκανιοποίησης’ την Βόρειο Ελλάδα.

Το παιχνίδι είναι καλά στημένο: Ο Καμμένος αποχώρησε μεν από την κυβέρνηση, αλλά διαγράφει από το κόμμα του τους… μισούς βουλευτές που παρενέβησαν τις κόκκινες γραμμές που ο ίδιος έθεσε, κρατώντας επιλεκτικά δύο από τους ‘αντάρτες’, τον Παπαχριστόπουλο και τον Ζουράρι, ώστε να διατηρήσει την κοινοβουλευτική του ομάδα στη Βουλή. Ο Τσίπρας έτσι συμπληρώνει τον μαγικό αριθμό «151», για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, και βέβαια με τις ήξεις αφίξεις του Ποταμιού, αλλά και βουλευτών του Κιν. Αλ. φαίνεται πως έχει εξασφαλίσει την κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών που θα ακολουθήσει.

Εν τω μεταξύ, η σιωπηρή αγωνία όλων των κομμάτων ‘να πάει το παλιάμπελο της Μακεδονίας’, μιας και ακόμα και ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει σε μια προσχηματική αντιπολίτευση, έχει αφήσει να περάσει στα ψιλά το σοβαρότερο ζήτημα: Ότι η κύρωση της Συμφωνίας, με τις συγκεκριμένες της μέριμνες, θέτει de facto θέμα απεμπόλησης της εθνικής κυριαρχίας, και ότι άρα για να εξασφαλισθεί πλήρως η συνταγματική τάξη απαιτούνται 180+1 και όχι 150+1 βουλευτές για την κύρωσή της.

Σε αυτό το ζήτημα, η κυβέρνηση επιλέγει να αναγνώσει το ζήτημα με μια ‘δημιουργική ασάφεια’ θεωρώντας πως η αναγνώριση «μακεδονικής» γλώσσας και υπηκοότητας και εθνότητας και η παραχώρηση του λιμανιού της Θεσσαλονίκης για χρήση από τα Σκόπια που προβλέπει η συμφωνία, πράξη που ανοίγει τους ασκούς της βαλκανιοποίησης για την Βόρεια Ελλάδα, δεν συνιστά «εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας». Κι όμως στην πραγματικότητα πρόκειται για έμπρακτη αποδυνάμωσή της, όπως ήδη έχουν καταστήσει σαφές ήδη οι αντιδράσεις των… συνυπογράψαντων γειτόνων  – του ίδιου του Ζάεφ και της κυβέρνησής του. Και τι μ’ αυτό; Εξάλλου η απαίτηση προς έναν πρωθυπουργό, ο οποίος άλλοτε αμφισβητούσε ο ίδιος την ύπαρξη θαλάσσιων συνόρων της χώρας (!), και που τώρα έχει επίτηδες αφήσει ακέφαλο το Υπουργείο Εξωτερικών της σε καιρούς επικίνδυνης γεωπολιτικής περιδίνησης της χώρας, είναι μάλλον αφελής.

Ο διασυρμός, όμως, της δημοκρατίας και συνακόλουθα της εθνικής κυριαρχίας της χώρας, πάει πολύ βαθύτερα στην ουσία των πραγμάτων: Γιατί από το πολιτικό τσίρκο που εξελίσσεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας τις πρώτες αυτές εβδομάδες του 2019, καταδεικνύεται περίτρανα η πλήρης αποσύνθεση του πολιτικού βίου της χώρας: Ένας κυβερνητικός θίασος-κοινοβουλευτικό ζόμπι που επιμένει να κρατάει τις τύχες αυτής της χώρας στα χέρια του με μαφιόζικες πρακτικές και επιβολή αστυνομοκρατίας εναντίον του ελληνικού λαού· ένας κυβερνητικός «αντάρτης» που εκτελεί ‘νούμερα’ φαρσοκωμωδίας, πηγαίνοντας σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση στην Εκκλησία να… κοινωνήσει πριν την ρήξη με τον πρωθυπουργό, για να συνεχίσει την θεατρική του παράσταση αργότερα μεταβαίνοντας στα Ίμια, προσβάλλοντας έτσι και τη μνήμη των νεκρών που έπεσαν εκεί για να υπερασπιστούν ελληνικό έδαφος. Και ο συρφετός των προθύμων, έξι βουλευτές – γυρολόγοι που έχουν αλλάξει είκοσι ένα κόμματα κατά την σταδιοδρομία τους, με πρώτο βιολί τον Ζουράρι σε ρόλο ‘φαιδρού Τσιριμώκου’, που παίζουν σε ‘μουσικές καρέκλες’ την προσχηματική δημοκρατική νομιμοποίηση μιας πράξης επονείδιστης για την πλειοψηφία των Ελλήνων, εγκληματικής για την αξιοπρέπεια και την ταυτότητα των βορειοελλαδιτών Μακεδόνων.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγαλύτερο άγος των όσων συντελούνται αυτές τις μέρες: Για πρώτη φορά μετά το 1912, οι βορειοελλαδίτες βιώνουν την συμπεριφορά της ελληνικής κυβέρνησης, ως εχθρική πράξη απέναντι στην ίδια τους την ύπαρξη. Μέχρι τώρα, μπροστά στην προοπτική κύρωσης της συμφωνίας των Πρεσπών, κυριαρχούσε το αίσθημα της οργής και της αγανάκτησης. Ωστόσο, μετά από αυτήν την ανοιχτή αποστασία που συντελείται μπροστά στα μάτια τους, η πικρή γεύση της ενδεχόμενης ήττας μεταβάλει την οργή και την αγανάκτηση σε αίσθημα αποσύνδεσης από τον εθνικό κορμό. Για όλο και περισσότερο κόσμο στη Βόρεια Ελλάδα, είναι το ‘κράτος των Αθηνών’ και το πολιτικό του σύστημα που διαπράττει την εγκληματική πράξη κύρωσης της Συμφωνίας. Έτσι, ο διχασμός της πολιτικής ηγεσίας με την βάση, απειλεί να αφήσει ένα βαθύ ρήγμα στην ίδια την συνείδηση ενότητας του έθνους, παροξύνοντας με τρόπο ανεπανάληπτο τις εσωτερικές αντιθέσεις μεταξύ κέντρου και ακριτικής περιφέρειας.

Το τραύμα που αφήνουν τα γεγονότα στην δημοκρατία, αλλά και στην ενότητα του έθνους είναι πολύ βαθύ, και μόνον ένα δημοψήφισμα θα μπορούσε να λειτουργήσει επουλωτικά. Σύσσωμη η αντιπολίτευση, και ιδίως η Νέα Δημοκρατία έχει επιλέξει να ακολουθήσει το στενό κομματικό συμφέρον και όχι να αντιμετωπίσει αυτό το βαθύ τραύμα απαιτώντας επί τέλους την διεξαγωγή του. Γνωρίζει ότι ο εκτροχιασμός της παρούσας διαδικασίας, συνεπάγεται άμεση πτώση της κυβέρνησης, εκλογές, που καθιστούν σοβαρό το ενδεχόμενο να κληθεί στην θέση ευθύνης να διαχειριστεί το καυτό, ναρκοθετημένο ζήτημα της Συμφωνίας. Και τότε θα πρέπει να αντιμετωπίσει ένα δίλημμα που αδυνατεί να αντικρίσει, την σύγκρουση με τον ξένο παράγοντα, τον οποίον μέχρι σήμερα πάσχιζε να πείσει ότι «κάνει καλύτερα την δουλειά από τον Τσίπρα», ή το σύρσιμο σε μια ‘κωλοτούμπα’ που θα θέσει εν αμφιβόλω το ίδιο το μέλλον της.

Νομίζουν εκεί, στην αξιωματική αντιπολίτευση, ότι αν κάνουν τα στραβά μάτια στον απροκάλυπτο διασυρμό του δημοκρατικού βίου της χώρας η μπόρα θα περάσει, και θα μπορέσουν να αναλάβουν εκείνοι στην συνέχεια, άσπιλοι απ’ ό,τι προηγήθηκε. Πλανώνται πλάνην οικτρά αν νομίζουν ότι θα καταφέρουν να κυβερνήσουν, καθώς αυτό το βαθύ τραύμα που περιγράψαμε θα κακοφορμίζει. Και έπονται κι άλλα, καθώς μέσα σε αυτήν απίστευτη διαδοχή των καταστροφικών περιπετειών που έχουμε εγκλωβιστεί από το 2015 και μετά, από την οικονομική κατάρρευση, μέχρι το μεταναστευτικό αδιέξοδο, κι από εκεί την όξυνση όλων των εθνικών ζητημάτων της, η χώρα καταβυθίζεται σε μια ολοένα και μεγαλύτερη περιδίνηση.

Πλέον, μόνο ο ελληνικός λαός, ο απαξιωμένος, υπέρτατος εγγυητής της συνταγματικής τάξης μπορεί να αποτρέψει την ολοκλήρωση αυτής της τραγωδίας, βγαίνοντας στους δρόμους, επιβάλλοντας το δημοψήφισμα που ο ανίκανος, θλιβερός, και ανεκδιήγητος στο σύνολό του πολιτικός κόσμος αδυνατεί να υλοποιήσει…

ΥΓ. Οι ψευτοπατριώτες της εμφυλιακής Χρυσής Αυγής έχουν κάνει «τράμπα» την σιωπή τους, ώστε το πολιτικό-δικαστικό κατεστημένο να τους «ρίξει στα μαλακά» στην δίκη που η κυβέρνηση επίτηδες άφησε να σέρνεται τόσο καιρό.

Πηγή: ardin-rixi.gr