Είναι δυνατόν να υπάρχει διαφωνία για έναν θάνατο αλλά και για τα αίτιά του μεταξύ των ιατροδικαστών, ακόμη και όταν έχουν στα χέρια τους ακριβώς τα ίδια στοιχεία; Κι όμως συμβαίνει, όπως τουλάχιστον υποστηρίζει μια βρετανική επιστημονική έρευνα.

Όπως μεταδίδει το ΑΠΕ- ΜΠΕ, η αδυναμία αυτή, σύμφωνα με τη μελέτη, ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις τόσο για τις οικογένειες των θανόντων, όσο και για την πρόληψη μελλοντικών θανάτων που θα μπορούσαν να αποφευχθούν. Οι ερευνητές από την πλευρά τους υπογραμμίζουν ότι το ζήτημα της έλλειψης ομοφωνίας μεταξύ των ιατροδικαστών πρέπει πλέον να ληφθεί πιο σοβαρά υπόψη.

Σχεδόν το 50% των θανάτων σε διεθνές επίπεδο περνάει από το τραπέζι των ιατροδικαστών, οι οποίοι καλούνται να αποφανθούν για τα αίτια του θανάτου, ιδίως για περιπτώσεις υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ο θάνατος να ήταν βίαιος, αφύσικος ή άγνωστης αιτιολογίας.

Ο δρ Μάξγουελ ΜακΛιν του Πανεπιστημίου του Χάντερσφιλντ, ο οποίος έκανε τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό κλινικής παθολογίας Journal of Clinical Pathology, κάλεσε τους έμπειρους ιατροδικαστές της Αγγλίας και της Ουαλίας να συμμετάσχουν σε ένα πείραμα μέσω διαδικτύου.

Σύμφωνα με το ΑΠΕ- ΜΠΕ. οι ιατροδικαστές έπρεπε να εξετάσουν ένα περιστατικό θανάτου και να αποφανθούν αν προήλθε από επιπλοκές μετά από χειρουργική επέμβαση (σενάριο 1), από συνδυασμό τραύματος και αρρώστιας (σενάριο 2) ή από λοιμώδη νόσο (σενάριο 3). Σε όλους τους ιατροδικαστές δόθηκαν οι ίδιες πληροφορίες για τον θάνατο.

Οι 35 ιατροδικαστές που εξέτασαν τα στοιχεία (χωρίς νεκροψία), εμφάνισαν μεγάλες διαφορές στις εκτιμήσεις τους, ενώ μερικοί είπαν ότι τα στοιχεία ήταν ανεπαρκή για να σχηματίσουν γνώμη. Σε κάποιες περιπτώσεις εξέφρασαν τελείως αντίθετες γνώμες.

Οι διαφορές, σύμφωνα με τη μελέτη, φαίνεται να πηγάζουν από τον υποκειμενικό και άρα διαφορετικό τρόπο που κάθε ιατροδικαστής ερμηνεύει τα γεγονότα.