«Νόμισα πως ήρθε το τέλος… Ένα ηλίθιο χαμόγελο έντρομου θάρρους βγήκε από το στόμα μου καθώς κατρακυλούσα τις σκάλες από τον πρώτο όροφο για να βγω στη διπλανή αλάνα. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο για να φύγουμε χωρίς να ξέρουμε πού πάμε. Ο δρόμος για τη Χαλκιδική ήταν ο πιο αγαπημένος. Κάναμε περίπου 3 ώρες να βγούμε απ’ την πόλη, με τους μετασεισμούς να μας σπάνε τα νεύρα κάθε δύο λεπτά».

Ο Πάνος Μπουτόπουλος ήταν 27 χρονών το 1978 και παρότι πάνε 40 χρόνια από την ημέρα που η Θεσσαλονίκη ταρακουνήθηκε για τα καλά από τον σεισμό των 6,5 Ρίχτερ, ο ίδιος θυμάται σαν να ήταν χτες εκείνο το βράδυ της 20ης Ιουνίου.

Η μαρτυρία του είναι μια από τις 34 που καταγράφονται στο βιβλίο «Σεισμογραφίες» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιανός.

Μεταξύ αυτών και η ιστορία του Γιώργου Ρεβυθιάδη, ο οποίος παρακολουθούσε αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλλου ποδοσφαίρου, όταν «η τηλεόραση άρχισε σαν μπάλα να χοροπηδάει δεξιά και αριστερά». Σε χρόνο ρεκόρ πετάχτηκε έξω από το σπίτι. «Σκόνη. Παντού σκόνη. Να παρακαλάς για λίγο αέρα. Θαμμένος; Και μετά τί; Κόκκινο, το απόλυτο κόκκινο του παιδικού μυαλού που νομίζει ότι έφυγε, πήγε κιόλας στην κόλαση. Φωνές αγωνίας. Γνώριμες μητρικές. Γιώργο, Γιώργο…Η αντάμωση με τους γονείς λίγο παραπέρα, πάνω στα χαλάσματα, η φυγή στην πλατεία και στη συνέχεια στην πορεία της ζωής».

Η Δήμητρα Μαργαριτέλη εργαζόταν ως νοσοκόμα στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. Η βάρδιά της είχε τελειώσει κι εκεί που περίμενε τη συνάδελφό της για να «παραδώσει» άκουσε ένα βουητό που έμοιαζε ατελείωτο. «Οι πόρτες του κλιβάνου πηγαινοέρχονταν, τα πλακάκια στους τοίχους έσπαγαν, μπουκάλια γεμάτα ορούς πέταγαν στον αέρα. Οι φωνές των έντρομων αρρώστων που φώναζαν βοήθεια και το προσωπικό στους διαδρόμους πανικόβλητο, χωρίς κανέναν συντονισμό» θυμάται. Για την ίδια ήταν μια από τις πιο τρομακτικές καταστάσεις που έπρεπε να διαχειριστεί στη ζωή της.

seismografies.jpg

Οι μνήμες από τη σεισμική δόνηση του 1978 αναβίωσαν χτες στο Αμφιθέατρο του Κήπου των εποχών, στη νέα παραλία της Θεσσαλονίκης, με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων από τον πολύνεκρο σεισμό που συγκλόνισε την πόλη.

np 3.jpg

Ήταν 11.05 το βράδυ της 20ης Ιουνίου, όταν τα 6,5 Ρίχτερ ήρθαν για να μετατρέψουν τη νύχτα εκείνη σε μια από αυτές που δεν θα ξεχνούσε ποτέ η Θεσσαλονίκη.

Στην πόλη επικράτησε πανικός. Κάτοικοι εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και προσπαθούσαν με κάθε μέσο να φύγουν. Οι τηλεφωνικές επικοινωνίες και η ηλεκτροδότηση διακόπηκαν σε πολλές περιοχές, η κρατική μηχανή λειτούργησε με καθυστέρηση, το σχέδιο εκτάκτων αναγκών ήταν απλώς ανύπαρκτο.

Η οκταώροφη πολυκατοικία στην πλατεία Ιπποδρομίου κατέρρευσε, με αποτέλεσμα να βρουν το θάνατο 29 από τους ενοίκους της, ενώ άλλοι 20 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε άλλα σημεία της πόλης, αυξάνοντας τον αριθμό των νεκρών στους 49.

seismos 4.jpg

seismos 5.jpg

Φωτογραφίες αρχείου: Κωνσταντίνος Σολδάτος

Η Θεσσαλονίκη δεν είχε ούτε έναν σεισμογράφο

Ο σεισμός βρήκε την πόλη απροετοίμαστη από κάθε άποψη. Δεν υπήρχε οργανωμένο σχέδιο διαχείρισης του πληθυσμού, ούτε καν δίκτυο παρακολούθησης της σεισμικής ακολουθίας που ήταν έντονη και μετά τον κύριο σεισμό.

«Τότε δεν λειτουργούσε ακόμη ο σεισμολογικός σταθμός. Στην πόλη δεν υπήρχε ούτε ένας σεισμογράφος. Οι μόνοι που είχαν φέρει μηχανήματα ήταν οι Σκοπιανοί, από ένα μεγάλο ινστιτούτο σεισμικής μηχανικής που λειτουργεί στη χώρα» τόνισε ο καθηγητής Γεωφυσικής του ΑΠΘ, Κώστας Παπαζάχος, και πρόσθεσε: «Δεν υπήρχε καμία πληροφόρηση, δεν υπήρχαν τηλεμετρικά δίκτυα. Οι σεισμοί γραφόταν σε χαρτί σε πέντε σεισμολογικούς σταθμούς σε όλη την Ελλάδα, ταχυδρομούνταν και μια εβδομάδα μετά γινόταν η ανάλυσή τους. Αυτό είναι αδιανόητο στη σημερινή εποχή, αλλά έτσι ήταν».

Έκτοτε στην πόλη αλλά και στη χώρα γενικότερα, άλλαξαν πολλά. Στη Θεσσαλονίκη εγκαταστάθηκε το πρώτο τηλεμετρικό δίκτυο το οποίο ελάμβανε πληροφορίες για τους σεισμούς σε πραγματικό χρόνο, ενώ με αφορμή τον σεισμό των 6,5 Ρίχτερ και τον κατοπινό της Αθήνας (1981), ιδρύθηκε ο ΟΑΣΠ (Οργανισμός Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας), που είναι ο αρμόδιος φορέας της πολιτείας για το σχεδιασμό της αντισεισμικής πολιτικής της χώρας. Οι δήμοι είναι υπεύθυνοι για να καταρτίσουν «χάρτες» έκτακτης ανάγκης με βάση τoν «Ξενοκράτη», ενώ ΕΜΑΚ και στρατός είναι σε επιφυλακή για να συνδράμουν.

seismos.jpg

seimsos 6.jpg

Φωτογραφίες αρχείου: Κωνσταντίνος Σολδάτος

«Η επιστήμη δεν είναι σε θέση να προβλέψει αν θα γίνει σεισμός»

Ωστόσο, παρότι σε σχέση με το 1978, έχουν γίνει άλματα στο θέμα της σεισμικής παρακολούθησης και της αντισεισμικής προστασίας, σαράντα χρόνια μετά, υπάρχουν πολλά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν, ορισμένα από τα οποία έθεσε και το κοινό που βρέθηκε χτες στη νέα παραλία.

Τί συνέβη με τα κίτρινα και κόκκινα κτίρια εκείνης της εποχής; Επισκευάστηκαν όπως θα έπρεπε; Γκρεμίστηκαν όσα κρίθηκαν κατεδαφιστέα; Έχουν ελεγχθεί όλα τα δημόσια κτίρια για να διαπιστωθεί εάν είναι κατάλληλα; Και κυρίως, μπορούμε να προβλέψουμε πότε θα ξαναγίνει μεγάλος σεισμός στη Θεσσαλονίκη; Το τελευταίο αυτό ερώτημα, ο κ. Παπαζάχος το δέχεται συχνά. Για τον ίδιο, η απάντηση είναι εύκολη, αλλά μάλλον δεν διαφωτίζει και πολύ όσους περιμένουν πρόβλεψη τύπου… ποδοσφαιρικού αγώνα!

«Φυσικά και θα γίνει σεισμός. Σε μια χώρα που συγκεντρώνει το 60% της σεισμικότητας μιας μεγάλης περιοχής, προφανώς και θα γίνει σεισμός. Και μάλιστα δεν είναι δύσκολη η απάντηση και στο ερώτημα αν περιμένουμε μεγάλο σεισμό. Ζούμε σε μια χώρα που το μέσο ετήσιο μέγιστο μέγεθος σεισμών είναι 6,3 Ρίχτερ ή μεγαλύτερο. Δηλαδή κάθε χρόνο στην Ελλάδα έχουμε ένα σεισμό 6,3 Ρίχτερ ή μεγαλύτερο. Μπορεί μια χρονιά να μας ξεχάσει και την επόμενη χρονιά να έχουμε δύο σεισμούς» ανέφερε ο καθηγητής Γεωφυσικής.

Όσοι πάλι, περιμένουν μια πιο ακριβή πρόβλεψη, μάλλον θα δυσαρεστηθούν. «Η επιστήμη δεν είναι σε θέση να προβλέψει αν θα γίνει σεισμός, πότε, πού και πόσο ισχυρός θα είναι, με τέτοια ακρίβεια που να έχει κάποια πρακτική σημασία. Οι προσπάθειες που γίνονται για προβλέψεις σε επίπεδο 10ετίας, δεν απευθύνονται στον πολίτη» εξήγησε ο κ. Παπαζάχος, ξεκαθαρίζοντας ότι μια τέτοια πληροφορία ενδεχομένως να πανικόβαλε τους πολίτες και να είχε χειρότερες επιπτώσεις σε περίπτωση σεισμού.

«Τα κτίρια της πόλης αντέχουν»

Ο αντισεισμικός κανονισμός που ισχύει σήμερα θεωρείται από τους επιστήμονες επαρκής και τα κτίρια που χτίστηκαν με βάση αυτόν θεωρούνται ασφαλή. Τί γίνεται όμως με όσα προηγήθηκαν, αλλά και με τα περιβόητα αυθαίρετα;

Απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα κλήθηκε να δώσει στους παρευρισκόμενους στη χτεσινή εκδήλωση, ο Διευθυντής Ερευνών του ΙΤΣΑΚ, Βασίλης Λεκίδης. «Η πόλη αντέχει. Άντεξε και το ’78, αντέχει και σήμερα. Στην τότε ΥΑΣΒΕ δημιουργήθηκαν φάκελοι με τα κτίρια που ελέγχθησαν. Τα κίτρινα και τα κόκκινα, επισκευάστηκαν σωστά. Εφόσον έγιναν επισκευές κι ενισχύσεις, τα κτίρια που έχουν αποκατασταθεί αλλά και να νέα κτίρια, μπορούν να αντέξουν έναν αντίστοιχο ή έναν μεγαλύτερο σεισμό» σημείωσε ο κ. Λεκίδης.

Πιο πολύπλοκη είναι η διαδικασία σχετικά με τις αυθαίρετες κατασκευές, η σεισμική επάρκεια των οποίων δεν μπορεί να πιστοποιηθεί. «Ο νέος νόμος για τα αυθαίρετα βάζει κανόνες για τον μηχανικό, αλλά δεν έχει υπάρξει συγκεκριμένο πλαίσιο για το θέμα της σεισμικής επάρκειας των αυθαιρέτων» διευκρίνισε ο Διευθυντής Ερευνών του ΙΤΣΑΚ.

Από την πλευρά του, ο πολιτικός μηχανικός, Ηλίας Βαφειάδης, στάθηκε κυρίως στις παρεμβάσεις που πολλές φορές ζητούν οι ιδιοκτήτες κατοικιών και οι οποίες, όπως λέει, αν είναι εφικτό να γίνουν, θα πρέπει να προχωρούν με την επίβλεψη μηχανικού.

«Οι μηχανικοί εφαρμόζουν κατά γράμμα τους κανονισμούς, δεν τους παραβαίνουν, διότι υπάρχουν και κυρώσεις. Άλλωστε, το κόστος σκελετού είναι πλέον ακόμη μικρότερο σε σχέση με σύνολο οικοδομής. Όποιος επιθυμεί να κάνει μια αλλαγή στο σπίτι του, θα πρέπει να το κάνει μόνο αφού συμβουλευτεί μηχανικό» τόνισε ο κ. Βαφειάδης.

nik.jpg

Κέντρο επιχειρήσεων η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας

Κατά τη χτεσινή εκδήλωση, τα… σαράντα του σεισμού όπως τη χαρακτήρισαν χαριτολογώντας οι διοργανωτές, Φίλοι της νέας παραλίας, ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Πολιτικής Προστασίας, Μπάμπης Στεργιάδης, περιέγραψε εν συντομία τη διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση μεγάλου σεισμού. «Ενημερώνονται άμεσα ο Περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας και η Αντιπεριφερειάρχης Θεσσαλονίκης, οι οποίοι και μεταβαίνουν στο κτίριο της Περιφέρειας που μετατρέπεται σε κέντρο επιχειρήσεων. Αφού υπάρξει τηλεφωνική επικοινωνία με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, αρχίζουν οι άμεσες ενέργειες που αφορούν στη διαχείριση του πληθυσμού. Κάθε δήμος είναι υποχρεωμένος να έχει καταρτίσει σχέδιο εκκένωσης και να ορίσει χώρους καταυλισμούς, σε πάρκα, γήπεδα ή κλειστές εγκαταστάσεις, ενώ ενδέχεται να ζητηθεί και η βοήθεια ξενοδοχείων της πόλης. Στη συνέχεια τεχνικοί πραγματοποιούν ελέγχους στα οδικά τμήματα για ενδεχόμενες ζημιές κτλ» ανέφερε ο κ. Στεργιάδης. Όπως είπε, οι πολίτες καλό θα είναι να έχουν πρόσβαση σε ραδιόφωνο, μέσω του οποίου θα λαμβάνουν ενημέρωση, εάν τα τηλεφωνικά δίκτυα δεν λειτουργούν.

Σε κάθε περίπτωση, η ψύχραιμη αντιμετώπιση από πλευράς φορέων και πολιτών είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική διαχείριση κάθε κρίσης. Το πόσο κακός σύμβουλος είναι η έλλειψη ψυχραιμίας περιέγραψε με γλαφυρό τρόπο ο κ. Παπαζάχος, διηγούμενος μια ιστορία από την περίοδο του 1978.

«Ήταν ένας κύριος που ήταν σεισμοφοβικός και έμενε στη Θεσσαλονίκη το ‘78. Όταν έγινε ο σεισμός της 20ης Ιουνίου αποφάσισε να μετακομίσει στην Αθήνα. Λίγα χρόνια μετά έγινε ο σεισμός της Αθήνας καi κατέθεσε αίτημα στην τράπεζα στην οποία εργαζόταν για να μετακομίσει στη Δράμα. Για κακή του τύχη κι εκεί έγινε ένας μεγάλος σεισμός το 1985. Ήταν έτοιμος να υποβάλλει νέο αίτημα για αλλαγή πόλης, όταν η γυναίκα του τον προειδοποίησε ότι θα ζητήσει διαζύγιο. Κάπως έτσι σταμάτησαν οι μετακομίσεις» διηγήθηκε γελώντας ο κ. Παπαζάχος.

Για την ιστορία, ο γιος του συγκεκριμένου κυρίου σπούδασε σεισμολόγος και εργάζεται σήμερα στον Σεισμολογικό Σταθμό του ΑΠΘ!