Κατά τη διάρκεια ειδικής τελετής στην οποία αναγορεύτηκε σε επίτιμο δημότη Ιλίου και η οποία έλαβε χώρα χθες αμέσως μετά τον πανηγυρικό εσπερινό στον Ι.Ν. Αγίου Φανουρίου Ιλίου στην ομώνυμη πλατεία της περιοχής, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος υπογράμμισε πως «καλούμαστε να σηκώσουμε τον πήχυ πιο ψηλά. Να αφήσουμε τις μικρότητες. Να μη μας απασχολούν οι σχέσεις Εκκλησίας - Κράτους, αλλά Εκκλησίας - Έθνους»

Επιπλέον, όπως γράφει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, έκανε λόγο για την κρίση που διέρχεται η Ελλάδα και επισήμανε πως «αυτός ο τόπος έχει περάσει πολλές κρίσεις. Διαφορές υπήρξαν πάντοτε. Ο καθένας πρέπει να διορθώσει τον εαυτό του και να συνεργαστεί με ανθρώπους που έχουν διαφορετικές απόψεις για το καλό αυτού του τόπου. Η Ελλαδίτσα μας περιφρονείται αυτό τον καιρό», τόνισε, διότι «είναι το καλύτερο οικόπεδο της Ευρώπης και θα το πιέσουν. Εξαρτάται από εμάς να βγούμε από τις δυσκολίες. Με την πείρα και την εμπειρία μου θεωρώ ότι καλούμαστε να είμαστε ενωμένοι και να αγωνιζόμαστε. Καλούμαστε να βρούμε τη δυνατότητα να ξεπεράσουμε τις παιδικές αρρώστιες και να είμαστε ενωμένοι για την πατρίδα και όχι για τον εαυτό μας».

Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του προς τον δήμαρχο και τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου για την αναγόρευσή του σε επίτιμο δημότη Ιλίου, την οποία χαρακτήρισε «μεγάλη τιμή, αλλά και υποχρέωση» και σημείωσε πως «γίνομαι πολίτης ενός ιστορικού Δήμου και πολίτης είναι αυτός που ενδιαφέρεται για τα θέματα της πόλεως, για τα προβλήματα και τα θέματα των ανθρώπων».

Επιπρόσθετα, επισήμανε σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι δεν υπάρχει Εκκλησία που να μην ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο και υπογράμμισε πως «όσοι αγαπούμε τον άνθρωπο είμαστε υποχρεωμένοι να συμβαδίσουμε». Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στο έργο της Εκκλησίας, το οποίο «θα συνεχιστεί διότι είναι έργο που γίνεται για το κοινό καλό» και δεν παρέλειψε να διευκρινίσει ότι «Βέβαια, δεν είναι έργο του Αρχιεπισκόπου, ενός αρχιερέως ή ενός ιερέα. Είναι έργο που καλλιεργείται στις καρδιές των ανθρώπων και γίνεται με τη βοήθεια αυτών. Ό,τι συμβαίνει, άλλωστε, είναι αποτέλεσμα του λαού μας». Δοθείσης της ευκαιρίας, μοιράστηκε με τους παρευρισκόμενους δύο σημαντικά γεγονότα που έχουν σημαδέψει τη μνήμη και την καρδιά του. Το πρώτο αφορά ηλικιωμένη γυναίκα από την Κύπρο που του απέστειλε το μόνο της απόκτημα, ένα οικογενειακό κειμήλιο, για τα συσσίτια της Αρχιεπισκοπής και το δεύτερο μια άλλη γυναίκα από την επαρχία που σε ένα συγκινητικό γράμμα της του απέστειλε τα μόνα χρήματα που είχε, δύο ευρώ. «Αυτά τα παραδείγματα χαλκεύουν την ψυχή του ανθρώπου. Αν υπάρχουν τέτοιοι Έλληνες και τέτοια ψυχική υποδομή, ο αγώνας δεν θα πάει χαμένος», είπε ο Αρχιεπίσκοπος.

Ωστόσο, μίλησε και για τους ικανούς και άξιους συνεργάτες του που τόσα χρόνια εργάζονται για το κοινό καλό: τον μητροπολίτη Ιλίου Αθηναγόρα και τον προϊστάμενο του ναού του Αγίου Φανουρίου και πρωτοσύγκελο της Αρχιεπισκοπής αρχιμανδρίτη Συμεών Βολιώτη, με ιδιαίτερη αναφορά στο ήθος και στο έργο του, ενώ αποκάλυψε πως όταν ζήτησε από τον π. Συμεών να αναλάβει καθήκοντα σε κάποιον μεγαλύτερο ναό, εκείνος αρνήθηκε και επέμενε να παραμείνει στο ναό του Αγίου Φανουρίου, στους ανθρώπους που αγαπά.