Η διαφύλαξη της εμπιστοσύνης των αγορών είναι το πρώτο ζητούμενο για τη διατηρήσιμη επάνοδο της ελληνικής οικονομίας στην κανονικότητα, τονίζει η εξαμηνιαία έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για την Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα.

Για την επίτευξη του στόχου αυτού, είναι αναγκαία, σύμφωνα με την ΤτΕ, η διαφύλαξη του κύρους και της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής με τη διατήρηση των μέχρι σήμερα δημοσιονομικών επιτευγμάτων.

Σύμφωνα με το enikos.gr, η έκθεση επαναλαμβάνει τις πρόσφατες εκτιμήσεις του Διοικητή της ΤτΕ, Γιάννη Στουρνάρα, ότι μετά το πακέτο παροχών, που ανακοίνωσε η κυβέρνηση τον Μάιο, το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί φέτος στο 2,9% του ΑΕΠ αντί του στόχου 3,5% που έχει συμφωνηθεί με τους θεσμούς.

«Για το 2019, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος με βάση τα διαθέσιμα μέχρι σήμερα δημοσιονομικά στοιχεία και υπό την προϋπόθεση της πλήρους εκτέλεσης του σκέλους των δαπανών του προϋπολογισμού, προκύπτει δημοσιονομικό κενό ύψους 0,6% του ΑΕΠ. Ειδικότερα, για το 2019 η πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος με τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία είναι πρωτογενές πλεόνασμα 2,9% του ΑΕΠ έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ (σε όρους ενισχυμένης εποπτείας).

Σχολιάζοντας την πορεία των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων, με την ανοδική κίνησή τους μετά την ανακοίνωση των επεκτατικών μέτρων και τη ραγδαία αποκλιμάκωση των τελευταίων εβδομάδων, η έκθεση σημειώνει ότι «η εδραίωση της εμπιστοσύνης των αγορών στις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θεωρείται ο πλέον κρίσιμος παράγοντας για τη διατηρήσιμη επάνοδο στην κανονικότητα. Η διαφύλαξη του κύρους και της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής είναι μονόδρομος προς την κατεύθυνση αυτή. Για την ενίσχυση του σκοπού αυτού, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η διατήρηση των έως τώρα δημοσιονομικών επιτευγμάτων».

Η ΤτΕ θεωρεί αναγκαία την αναδιάταξη του μείγματος της δημοσιονομικής πολιτικής προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας με διατηρήσιμα αποτελέσματα σημειώνοντας ότι θεωρείται αναγκαία «η ανακατανομή της δημόσιας δαπάνης προς εκείνες τις κατηγορίες που επιφέρουν μόνιμο αναπτυξιακό αποτέλεσμα, όπως είναι οι δημόσιες επενδύσεις».

«Είναι απαραίτητο να ενταθούν οι προσπάθειες καταπολέμησης της παραοικονομίας, της φοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας, ώστε να διευρυνθεί η φορολογική βάση και να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, η οποία θα τονώσει την οικονομική δραστηριότητα και θα επιταχύνει την ανάπτυξη. Η μείωση των φορολογικών συντελεστών, σε συνδυασμό με την ενδυνάμωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, ο εξορθολογισμός και η καλύτερη στόχευση των δαπανών ώστε να διοχετεύονται οι πόροι σε τομείς με πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία, καθώς και η αποτελεσματική αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας θεωρούνται πρωταρχικοί στόχοι για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων που θα τροφοδοτήσουν έναν ενάρετο κύκλο ανάπτυξης», σημειώνει η έκθεση.