Τον ιστορικό ρόλο της Θεσσαλονίκης, όχι ως του δεύτερου λιμανιού της Ελλάδας, αλλά ως του κυριότερου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στοχεύει να αποκαταστήσει στα επόμενα χρόνια η κοινοπραξία που αναδείχτηκε προ ημερών προτιμώμενος επενδυτής για το 67% του Οργανισμού Λιμένος (ΟΛΘ), όπως χαρακτηριστικά τόνισε σήμερα, στη διάρκεια γεύματος εργασίας με δημοσιογράφους, ο Μπόρις Βένζελ (Boris Wenzel), διευθύνων σύμβουλος (CEO) της Terminal Link SAS (μέλους του consortium που "μπαίνει" στον ΟΛΘ και θυγατρικής του γαλλικού κολοσσού CMA CGM).

Οι δύο εταιρείες- μέτοχοι της Terminal Link (η CMA CGM με 51% και η China Merchants Port Holdings με 49%) υπέγραψαν προ διετίας συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας για τη μετεξέλιξη της συγκεκριμένης θυγατρικής τους σε πλατφόρμα επενδύσεων για έργα λιμένων και εφοδιαστικής αλυσίδας, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας "Μία ζώνη, ένας Δρόμος" (One Belt One Road). Στον σχεδιασμό αυτό, η ένταξη της Θεσσαλονίκης -ως δέκατου τρίτου λιμένος- στην ομάδα των τερματικών σταθμών, που λειτουργούν υπό τη σκέπη της Terminal Link, έχοντας διακινήσει 11,15 εκατ. TEUs πέρυσι, εκτιμάται ότι μπορεί να ενισχύσει τη δυναμική του ομίλου στην περιοχή.

Ανάπτυξη σε δύο φάσεις για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης

Στο μεταξύ, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα του ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο κ.Βένζελ επισήμανε ότι με στόχο την ανάπτυξη του λιμένος της Θεσσαλονίκης, η κοινοπραξία "βλέπει" δύο μεγάλες φάσεις ανάπτυξης: η πρώτη περιλαμβάνει μικρές επενδύσεις για άμεσες βελτιώσεις (π.χ., αναβάθμιση εξοπλισμού και υπηρεσιών και βελτίωση τρεχουσών διαδικασιών), "πεδίο στο οποίο σκοπεύουμε να παλέψουμε μαζί με τη διοίκηση του λιμανιού". Η δεύτερη -που συνιστά και το "βαρύ πυροβολικό" των παρεμβάσεων- αφορά την πραγματοποίηση μεγάλων επενδύσεων, ώστε το λιμάνι να μπορεί να υποδέχεται πλοία μεγαλύτερου βυθίσματος και να καταστεί βασικός προορισμός ("deep sea facility").

"Ελπίζουμε η διαδικασία από εδώ και πέρα (σ.σ. απομένει η έγκριση από το Ελεγκτικό Συνέδριο και την Επιτροπή Ανταγωνισμού και η κύρωση από το κοινοβούλιο) να τελειώσει ταχέως για να αρχίσουμε να δουλεύουμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα" είπε ο κ. Βέντζελ και πρόσθεσε ότι οι διαδικασίες εκτιμάται ότι  θα ολοκληρωθούν "κάποια στιγμή μέχρι το τέλος του 2017".

Την κοινοπραξία που αναδείχτηκε προτιμητέος επενδυτής αποτελούν, εκτός από την Terminal Link SAS, η οποία κατέχει ποσοστό 33%, το γερμανικό fund DIEP GmbH (47%) και η Belterra Investments Ltd του ομίλου Ιβάν Σαββίδη (20%).

"Τα λιμάνια πρέπει να κάνουν επενδύσεις, όχι να συσσωρεύουν αποθεματικά"

Παρών στην εκδήλωση ήταν και ο εκτελών χρέη επικεφαλής του επενδυτικού σχήματος στην κοινοπραξία, Σωτήρης Θεοφάνης, ο οποίος επισήμανε ότι το σχήμα θα επιδιώξει να πραγματοποιήσει τις βασικές επενδύσεις σε υποδομές το συντομότερο δυνατόν, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στην επέκταση του Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων και στον εκσυγχρονισμού του εξοπλισμού. Πρόσθεσε δε ότι εταιρείες παροχής υπηρεσιών, όπως τα λιμάνια, δεν πρέπει να συσσωρεύουν αποθεματικά, αλλά αντίθετα χρειάζεται να κατευθύνουν τα διαθέσιμα κεφάλαιά τους σε επενδύσεις.

Ποια είναι η μητρική της Terminal Link

Η μητρική της Terminal Link, CMA CGM, είναι η τρίτη μεγαλύτερη εταιρεία ναυτιλιακών μεταφορών στον κόσμο. Με έναν στόλο που αποτελείται από 449 πλοία μικρής μέσης ηλικίας, που καλύπτει διαφορετικές ανάγκες, η CMA CGM εξυπηρετεί περισσότερους από 420 εμπορικούς λιμένες σε όλο τον κόσμο. Το 2016, η CMA CGM μετέφερε 15,6 εκατομμύρια TEU. Η China Merchants Port Holdings (CMPort) εισήχθη στο Χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ το 1992. Οι σταθμοί εμπορευματοκιβωτίων στους οποίους έχει επενδύσει η CMPort διακινούν περισσότερα από 95 εκατομμύρια TEU ετησίως, γεγονός το οποίο τοποθετεί την εταιρεία μεταξύ των μεγαλύτερων Λιμενικών Διαχειριστών παγκοσμίως.

Επιπρόσθετα των τερματικών σταθμών που ανήκουν στην Terminal Link, η CMA CGM, μέσω της 100% θυγατρικής της Εταιρείας CMA Terminals, έχει επενδύσει σε τερματικούς σταθμούς στη Γαλλία, στις ΗΠΑ, στην Τζαμάικα, στην Ολλανδία, στην Ουκρανία, στη Συρία, στο Ιράκ, στη Νιγηρία και στην Ινδία, καθώς και σε ορισμένα έργα στην Αφρική και σε άλλες χώρες. Η CMPort έχει επίσης επενδύσει σε τερματικούς σταθμούς στην Κίνα, στη Σρι Λάνκα, στο Τζιμπουτί, στη Νιγηρία, στο Τόγκο και στην Τουρκία, καθώς και σε ορισμένες δραστηριότητες στην Αφρική και σε άλλες χώρες.

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), για την οποία υπάρχει σήμερα ξεχωριστό τηλεγράφημα στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, από την ιδιωτικοποίηση του ΟΛΘ υπολογίζεται ότι θα προκύψει αύξηση του ΑΕΠ έως και κατά 1,6 δισ. ευρώ την επόμενη δεκαετία.

Εκτιμάται δε ότι η ολοκλήρωση της συμφωνίας πώλησης των μετοχών της ΟΛΘ ΑΕ θα οδηγήσει στην υλοποίηση επενδύσεων ύψους 257 εκατ. ευρώ στο ίδιο βάθος χρόνου. Από αυτές τις επενδύσεις, 180 εκατ. ευρώ προβλέπονται ως υποχρεωτικές στην αναθεωρημένη σύμβαση παραχώρησης μεταξύ του ΟΛΘ και της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, το ύψος των επενδύσεων ενδέχεται να ενισχυθεί σημαντικά σε περίπτωση βελτίωσης των συνθηκών στο ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον. Σε αυτή την περίπτωση, οι επενδύσεις ενδέχεται να ξεπεράσουν τα 442 εκατ. ευρώ την περίοδο 2017-2026.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ