Θέση αναφορικά με την κόντρα που έχει ξεσπάσει γύρω από την αναθηματική πλάκα για την απελευθέρωση της πόλης από τα ναζιστικά στρατεύματα Κατοχής στις 30 Οκτωβρίου 1944 αλλά και τον ρόλο του ΕΑΜ ΕΛΑΣ στην εξέλιξη αυτή, παίρνει με ανακοίνωσή της η δημοτική παράταξη "Μένουμε Θεσσαλονίκη".

Αναλυτικά η σχετική ανακοίνωση που εξέδωσε:

"Όταν μια πολιτική παράταξη εκμεταλλεύεται την άνοδό της στην εξουσία για να ξαναγράψει την ιστορία καταπώς την βολεύει, τότε ανοίγουν οι ασκοί του Αιόλου.

Αυτό έκανε και ο ΣΥΡΙΖΑ με την περίφημη πλάκα μνήμης για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, και η πλάκα είναι ότι οι τοπικοί του βουλευτές, κατήγγειλαν άλλοτε την εργαλειοποίηση της ιστορίας από την εξουσία, για να κάνουν το ίδιο μόλις την αναλάβουν, με προοδευτικό πρόσημο πάντα.

Η πλάκα μιλάει για την απελευθέρωση της πόλης από τους ναζί, πράξη που χρεώνεται στον ΕΛΑΣ. Διπλό σφάλμα. Κατ’ αρχάς αν η πόλη απελευθερώθηκε από τους Ναζί και όχι από τους Γερμανούς, τότε γιατί η Ελλάδα να διεκδικήσει πολεμικές αποζημιώσεις από την Γερμανία; Η ερώτηση πάει στον κύριο Μηταφίδη που πρωταγωνίστησε στην τοποθέτηση της πλάκας μνήμης, και κατά τα άλλα πρωτοστατεί και στο πλαίσιο της Επιτροπής για την διεκδίκηση των αποζημιώσεων, παρ’ όλο που κάνει πράγματα που πυροβολούν τα ίδια της τα πόδια.

Δεύτερον, η πόλη δεν απελευθερώθηκε από τον ΕΛΑΣ, γιατί οι Γερμανοί αποχώρησαν από αυτήν κατόπιν συμφωνίας, αν και συνέβησαν κατά την αποχώρηση συγκρούσεις, γιατί οι τελευταίοι, με την καλοσύνη που τους χαρακτηρίζει όταν δρουν συλλογικά σαν καλολαδομένη μηχανή, πήγαν να ανατινάξουν ορισμένες από τις υποδομές της πόλης.

Επειδή δε, τα όσα επακολούθησαν της απελευθέρωσης της πόλης από όλες τις πλευρές που συγκρούστηκαν στον μετέπειτα εμφύλιο, επί της ουσίας τον προετοίμασαν, αναρωτιόμαστε για την επιλογή της πρώην κυβέρνησης να εστιάσει σε εκείνην την ιστορική στιγμή, και όχι στην εθνική αντίσταση, που μαζί με το

ΟΧΙ ήταν επί της ουσίας η πράξη ηθικού και πολιτικού μεγαλείου που ενέταξε την Ελλάδα στο στρατόπεδο των νικητών προσδίδοντας της αυξημένο διεθνές κύρος.

Άρα; Άρα στην προσπάθεια του τοπικού ΣΥΡΙΖΑ να βρει αντιστασιακό φύλλο συκής στην συμβολή της Αριστεράς στην εθνική αντίσταση, για να καλύψει τα σύγχρονα του κυβερνητικά κρίματα, ότι κορόιδεψε τον ελληνικό λαό και διέσυρε τις ελπίδες του συμβάλλοντας τα μέγιστα στο ξεπούλημα της χώρας και την μεταβολή της σε αποικία χρέους, το μόνο που θα καταφέρει είναι να ξυπνήσει αντικομμουνιστικά σύνδρομα και μια εμφυλιακή ρητορική από την ανάποδη.

Συμβαίνει και αυτό στις μέρες μας. Παρατάξεις που πλειοδοτούν, υποτίθεται, στον πατριωτισμό μέσα στο δημοτικό συμβούλιο, για να αυτοπροβληθούν έπειτα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως «οι μόνες πατριωτικές παρατάξεις», έχουν ανταποκριθεί στην κίνηση του ΣΥΡΙΖΑ να προβάλει την ιστορία με τα παραταξιακά του γυαλιά, με τις ίδιες ακριβώς προθέσεις.

Το αποτέλεσμα είναι ένας θλιβερός αναχρονισμός, μια πολιτική αντιπαράθεση που στην ρητορική της θυμίζει 1945, ενώ έχουμε… 2019. Και ζούμε πραγματικές εθνικές προκλήσεις, που χρειάζονται πολιτικές για το μέλλον και όχι ρεβανσισμούς των σκελετών που έχουμε στη ντουλάπα ως έθνος: Πώς θα αποτρέψουμε τον νεο-οθωμανισμό από το να μεταβάλει την Ελλάδα σε οικόπεδο, αποικία και αποθήκη ψυχών με τις ευλογίες του Μέρκελ και του Σόρος; Πώς θα υπερασπίσουμε την ελληνικότητα της Μακεδονίας τώρα που η συμφωνία των Πρεσπών, ένα εξ αρχής τεράστιο διπλωματικό φιάσκο για την Ελλάδα, παραπαίει από τις εξελίξεις και η νέα κυβέρνηση της ΝΔ απλώς συνεχίζει στα βήματα του ΣΥΡΙΖΑ; Πώς θα απαντήσουμε στην δημογραφική γήρανση και συρρίκνωση, τη φυγή των νέων, την κατάρρευση της παραγωγής στην πόλη;

Είναι κάποιοι κύριοι και κυρίες που πιστεύουν ότι αυτά τα προβλήματα θα λυθούν ή θα καταφέρουμε να τα προσπεράσουμε με το να αλληλοκαταγγέλονται ως «ταγματασφαλήτες» και «μπολσεβίκοι». Νοσταλγούν φαίνεται εκείνη την εποχή, σε αντίθεση με όσους την έζησαν εκατέρωθεν, γιατί τότε παρέχει μία ιδεολογική ασφάλεια και ζεστασιά μέσα στις διχαστικές βεβαιότητες.

Τους ενημερώνουμε, σε περίπτωση που το έχουν ξεχάσει, ότι ο Χαρίλαος Φλωράκης και ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος έδωσαν τα χέρια το 1982, δηλαδή περίπου σαράντα χρόνια πριν.

Και τους υπενθυμίζουμε ότι ο ελληνισμός έφτασε σήμερα να μην έχει διόλου φωτεινό μέλλον, εξαιτίας της εμμονής του να προσκολλάται σε αυτό το διχαστικό παρελθόν, όπως ακριβώς δηλαδή συνεχίζουν να κάνουν κι αυτοί σήμερα".