Στην επίθεση που δέχτηκε το Σάββατο 19 Μαΐου κατά τη διάρκεια εκδηλώσεων της Γενοκτονίας των Ποντίων αναφέρθηκε ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Γιάννης Μπουτάρης κατά τον χαιρετισμό του στην εκδήλωση της Ευρωπαϊκής Ενωμένης Αριστεράς (European United Left), στη Θεσσαλονίκη. 

«Η προσπάθεια «ανοίγματος» της πόλης συναντά ακόμη πολλές αντιδράσεις. Οργανωμένες αντιδράσεις που εκμεταλλεύονται τα πατριωτικά αισθήματα των ανθρώπων, προτάσσοντας τη λαϊκίστικη και εθνικιστική πολιτική τους ατζέντα. Τελευταία έμαθα από πρώτο χέρι ότι δεν προωθούν μόνο τη ρητορική του μίσους. Προωθούν οργανωμένα και πράξεις μίσους και βίας εναντίον οποιουδήποτε δεν ταιριάζει με τα χνώτα τους», σημείωσε ο κ. Μπουτάρης.

Αναλυτικά όσα είπε:

«Είναι ιδιαίτερη η χαρά μου να μιλάω σε ανθρώπους που κατανοούν σε βάθος την έννοια της συλλογικότητας. Στην ευρωπαϊκή αριστερά υπάρχει μακρά παράδοση παραγωγής ιδεών που στόχο έχουν να φέρουν τους λαούς πιο κοντά. Όπως ίσως θα ξέρετε στη Θεσσαλονίκη έχουμε κάνει μία εντατική προσπάθεια να συμφιλιώσουμε την πόλη με το παρελθόν της. Στην ουσία η πρόθεσή μας ήταν να ανοίξουμε τους ορίζοντες των κατοίκων για να αντιληφθούν τί τους ενώνει και όχι τί τους χωρίζει από τους γειτονικούς λαούς. Και σας διαβεβαιώνω ότι αυτή η προσπάθεια έχει απτά αποτελέσματα. Η πόλη έχει σημαντικά κέρδη από την προϊούσα εξωστρεφή της διάθεση. Παρόλα αυτά, η προσπάθεια «ανοίγματος» της πόλης συναντά ακόμη πολλές αντιδράσεις. Οργανωμένες αντιδράσεις που εκμεταλλεύονται τα πατριωτικά αισθήματα των ανθρώπων, προτάσσοντας τη λαϊκίστικη και εθνικιστική πολιτική τους ατζέντα. Τελευταία έμαθα από πρώτο χέρι ότι δεν προωθούν μόνο τη ρητορική του μίσους. Προωθούν οργανωμένα και πράξεις μίσους και βίας εναντίον οποιουδήποτε δεν ταιριάζει με τα χνώτα τους. Επιτρέψτε μου όμως να πω δύο λόγια που δικαιολογούν την αρνητική μου στάση απέναντι στον κάθε είδους εθνικισμό που όντως απειλεί την Ευρωπαϊκή συνοχή. Ο λαϊκισμός είναι η στοχευμένη επίκληση των υποτιθέμενων συμφερόντων και προκαταλήψεων των καθημερινών ανθρώπων με σκοπό το πολιτικό όφελος. Η λαϊκίστικη κριτική κατά της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης συχνά παίρνει τη μορφή του εθνικισμού. Η πρόταση για επιστροφή στον εθνικισμό, παρότι δημοφιλής λόγω της κρίσης, έχει λαϊκίστικα χαρακτηριστικά και είναι δημαγωγική. Ο κόσμος εξαιτίας και της εξέλιξης της τεχνολογίας και της επιστήμης βιώνει όλο και περισσότερο μία παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα. Αν και η εκδοχή της παγκοσμιοποίησης που βιώνουμε δεν είναι σίγουρα η ενδεδειγμένη, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι οι ζωές των ανθρώπων σε διαφορετικά μέρη της γης είναι όλο και περισσότερο αλληλοεξαρτώμενες. Έτσι ζητήματα οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής φύσης που προηγουμένως μπορούσαν να αντιμετωπιστούν στο στενό πλαίσιο του έθνους-κράτους, σήμερα προσδοκούν συλλογικές λύσεις σε παγκόσμιο ή Ευρωπαϊκό επίπεδο. Η επιστροφή στον εθνικισμό για την υποτιθέμενη αντιμετώπιση των αυξανόμενων οικονομικών αδιεξόδων αρνείται αυτή την πραγματικότητα. Αντί να προσφέρει πραγματικές λύσεις αποτελεί έναν αναχρονισμό. Γιατί όμως η πρόταση για επιστροφή στις εθνικές ή θρησκευτικές ρίζες είναι τόσο δημοφιλής; Η πλειοψηφία του  κόσμου νιώθει ανασφάλεια εξαιτίας μίας συνεχώς μεταβαλλόμενης πραγματικότητας. Μίας πραγματικότητας που φέρνει τον μέσο άνθρωπο σε επαφή με πρωτόγνωρες καταστάσεις. Τέτοια είναι και η συνεύρεσή του στο πλαίσιο μιας πολύχρωμης και πολυπολιτισμικής κοινωνίας με ανθρώπους που έχουν διαφορετική θρησκευτική ή εθνική προέλευση. Επίσης, ο μέσος Ευρωπαίος είναι δύσκολο να κατανοήσει τις καινούργιες οικονομικές και πολιτικές δομές που επηρεάζουν άμεσα τη ζωή του. Κι αυτό γιατί σχεδόν κανένας δεν του εξηγεί το ρόλο τους με σαφήνεια. Μπροστά στη νέα αυτή πραγματικότητα, που ιδιαίτερα σε φάσεις οικονομικής κρίσης δεν τον ευχαριστεί καθόλου, έχει την τάση να ταυτιστεί με κάτι που του είναι πολύ πιο οικείο. Η επιστροφή στις αρχετυπικές αξίες της θρησκείας και του έθνους αποτελούν την εύκολη διέξοδο. Δεν αποτελούν όμως πάντοτε και την ενδεδειγμένη λύση για τα προβλήματά μας. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σε αυτή τη γωνιά του κόσμου είναι ολοένα και περισσότερο συλλογικής φύσης. Άρα συλλογικής λογικής πρέπει να είναι και οι αναζητούμενες λύσεις. Γιατί όμως δεν κινούμαστε ως Ευρωπαίοι προς αυτή την κατεύθυνση αλλά σχεδόν ταυτόχρονα επιδεικνύουμε φυγόκεντρες τάσεις σε σχέση με το κοινό Ευρωπαϊκό μας πεπρωμένο; Ίσως επειδή δεν μεριμνήσαμε μέχρι σήμερα να δώσουμε ένα πρόσωπο με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στις όποιες συλλογικές μας πεποιθήσεις. Να φτιάξουμε ένα κοινό Ευρωπαϊκό καταφύγιο που να εμπνέει όσο και το εκάστοτε εθνικό. Να αποτελεί το απάνεμο λιμάνι στο οποίο θα προστρέξει ο χειμαζόμενος Ευρωπαίος.

Όσο περισσότερο αναλύουμε την προβληματική διαχείριση της οικονομικής κρίσης, τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε ότι αποτύχαμε να οικοδομήσουμε μία κοινή Ευρωπαϊκή ταυτότητα βασισμένη σε στέρεες βάσεις. Είμαστε μάρτυρες έλλειψης αλληλεγγύης. Και αυτό επιβεβαιώνεται στο βαθμό που η κάθε χώρα μένει προσκολλημένη στην προώθηση της δικής εθνικής ατζέντας. Η έλλειψη συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου και η συχνή παράκαμψη των Ευρωπαϊκών θεσμών από μεμονωμένες συμφωνίες κρατών, σχετίζεται άμεσα με την έλλειψη κοινής Ευρωπαϊκής ταυτότητας. Για την ώρα, αυτό φαίνεται πως είχε χειρότερες επιπτώσεις στη Νότια Ευρώπη. Όμως αν δεχτούμε τη βασική παραδοχή ότι το μέλλον όλων των Ευρωπαίων είναι κοινό, η απουσία κοινής αντίληψης του εαυτού μας, μπορεί να αποδειχθεί μοιραία για το μέλλον όλων. Αυτό εξάλλου δείχνει και η όχι και τόσο μακρινή ιστορία της ηπείρου μας. Αντίθετα, αν χρησιμοποιήσουμε τα απαραίτητα εκπαιδευτικά και πολιτικά μέσα για να φτιάξουμε ένα κοινό Ευρωπαϊκό συλλογικό ασυνείδητο, η αυξημένη αποδοχή του ενός Ευρωπαίου από τον άλλον θα διαχυθεί και στην κοινωνία και στην οικονομία. Σε αντίθετη περίπτωση το κοινό μας νόμισμα δεν θα μπορέσει να επιβιώσει για πολύ. Γιατί πάντα θα φταίει είτε ο «ψυχρός και ανάλγητος Γερμανός» είτε ο «τεμπέλης και ανέμελος Έλληνας». Στην δημιουργία του κοινού μας Ευρωπαϊκού μέλλοντος πρέπει να συμβάλλουν περισσότερο και οι πολιτικοί. Το πολιτικό προσωπικό των κρατών μελών θα πρέπει να μην παρουσιάζει ως εθνική πολιτική τις θετικές παρεμβάσεις της ΕΕ και ως Ευρωπαϊκή πολιτική τις αρνητικές εθνικές πολιτικές.

Γνωρίζω ότι κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η οικοδόμηση μίας κοινής Ευρωπαϊκής ταυτότητας είναι ένα ιδεολογικά αμφιλεγόμενο κατασκεύασμα. Όμως το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την κατασκευή ισχυρών εθνικών ταυτοτήτων που συχνά υποκινούν εθνικιστικά αισθήματα. Αυτά εκτός από αυθαίρετα έχουν αποδειχθεί και ιδιαίτερα επικίνδυνα. Η απόσταση μεταξύ της επιστημονικής θεώρησης της ιστορίας και αυτής που διδάσκεται στα σχολεία των κρατών μελών είναι τεράστια. Η άμβλυνση των εθνικών μύθων είναι μία διαδικασία που πρέπει να γίνει πιο οργανωμένα στην ήπειρό μας, αν νοιαζόμαστε στα σοβαρά για το Ευρωπαϊκό μέλλον. Υπάρχουν αρκετά εκπαιδευτικά εργαλεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Πρέπει να τονιστούν αυτά που μας ενώνουν και να υποβαθμίσουμε αυτά που μας διχάζουν. Η αλλαγή του υλικού και των προγραμμάτων εκπαίδευσης προς μία πιο συναινετική κατεύθυνση είναι αναγκαία. Ο πολλαπλασιασμός των προγραμμάτων ανταλλαγής μαθητών, φοιτητών, δασκάλων και καθηγητών επίσης θα βοηθούσε πολύ. Πολιτικές πρωτοβουλίες για κινητικότητα, όχι μόνο φοιτητών αλλά και εργαζομένων, διευκολύνουν την ανταλλαγή ιδεών και αυξάνουν την αποδοχή του ενός Ευρωπαίου από τον άλλον. Όλα αυτά βέβαια μπορούν να πραγματοποιηθούν σε μεγάλη κλίμακα μόνο στο πλαίσιο σχεδίου που θα έχει την κατάλληλη πολιτική και οικονομική υποστήριξη.

Νομίζω ότι η παραπάνω διαδικασία ίσως είναι μία λύση για να μην καταστεί ο αυξανόμενος λαϊκίστικος εθνικισμός πραγματική απειλή για το μέλλον της Ευρώπης. Μην ξεχνάμε τι έχουμε ήδη καταφέρει σε αυτή την ήπειρο τις τελευταίες δεκαετίες. Ζούμε ως επί το πλείστον ειρηνικά και έχουμε σε κάποιο βαθμό μάθει να συνομιλούμε ο ένας με τον άλλον. Αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε περισσότερο τη συνεργασία μας και να έχουμε πάντα κατά νου ότι αυτό που παρουσιάζεται από τους εθνικιστές ως εναλλακτική λύση δεν είναι ούτε ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση ούτε λύση. Το έχει αποδείξει άλλωστε η ιστορία με τον πιο επώδυνο τρόπο».