Ένταση επικράτησε πριν από λίγο στο δημοτικό συμβούλιο Θεσσαλονίκης με αφορμή το ζήτημα των παρατασιούχων. Οι εκπρόσωποι του συλλόγου εργαζομένων ΟΤΑ και Δημοτικών επιχειρήσεων Νομού Θεσσαλονίκης, ζήτησαν τη στήριξη του δημοτικού συμβουλίου, το οποίο έβγαλε ψήφισμα στήριξης τονίζοντας οτι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ωστόσο δεν περιελάμβανε σε αυτό το αίτημα τους για αλλαγή των συμβάσεων σε μόνιμες. 

Στο ψήφισμα που κατέθεσαν οι εργαζόμενοι ζητούν νομοθετική ρύθμιση για μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων χωρίς όρους και προϋποθέσεις με πλήρη μισθολογικά, εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, καμία απόλυση συμβασιούχου και να μην μπουν επιχειρηματικοί όμιλοι στις υπηρεσίες των δήμων.

Σχολιάζοντας το ζήτημα ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Γιάννης Μπουτάρης τόνισε πως τόσο ο δήμος όσο και το δημοτικό συμβούλιο έχει βγάλει επανειλημμένα αποφάσεις με τις οποίες τονίζει ότι αυτοί οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Παράλληλα ανέφερε ότι ο δήμος έχει κάνει ότι περνάει από το χέρι του για το θέμα.

"Η μονιμοποίηση δεν εξαρτάται από εμάς. Πήγαμε στα δικαστήρια, κάναμε ότι μπορούσαμε για να πληρωθούν οι εργαζόμενοι. Όσο αφορά το θέμα των ιδιωτών στην καθαριότητα, δεν τίθεται τέτοιο θέμα, οπότε είναι άκαιρο.

Από την πλευρά του ο επικεφαλής των "Εντάξει", Σταύρος Καλαφάτης τόνισε πως ως παράταξη είχαν επισημάνει πως δεν πρέπει να παίζουμε με την αγωνία των ανθρώπων.

«Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, άλλα είπε κι άλλα έκανε με τους συμβασιούχους. Αποδείχτηκε ότι στην πραγματικότητα σκόπευε να παραβεί το νόμο και το σύνταγμα, για να διατηρήσει αυτούς τους ανθρώπους σε ομηρία. Οι συμβασιούχοι έπεσαν θύματα κοροϊδίας», δήλωσε.

«Το να εκφράσουμε την ευχή μας δε θα έχει απτό αποτέλεσμα», τόνισε ο κ. Καλαφάτης. Πρόσθεσε πως η παράταξή του «είχε έγκαιρα, επισημάνει πως δεν πρέπει, για μικροκομματικούς λόγους, να παίζουμε με την αγωνία τους. Είχαμε τονίσει πως πρέπει να τους πούμε την αλήθεια. Ποτέ δεν λαϊκίσαμε, ούτε καπηλευτήκαμε την αγωνία των ανθρώπων», συμπλήρωσε.

Κατηγόρησε την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ότι «επανέλαβε τις χειρότερες πρακτικές του χθες, που όλοι οι Έλληνες θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας» κι έθεσε τα εξής ερωτήματα:

•       Δεχόμαστε να υπάρχουν εργαζόμενοι σε ομηρία;
•       Δεχόμαστε συμβάσεις που η Δικαιοσύνη κρίνει παράνομες και καταχρηστικές;
•       Μπορούμε να προχωρήσουμε παρά το Σύνταγμα και τους νόμους, επειδή βρέθηκε μια κυβέρνηση που έπαιξε με την αγωνία και το μέλλον αυτών των ανθρώπων;

Και κατέληξε: «Κανείς δε θέλει να χάσει ένας άνθρωπος τη δουλειά του, αλλά πρέπει να είμαστε σοβαροί. Μακάρι αυτή η κυβέρνηση να φέρει μια οριστική λύση –αλλά δεν μπορώ να πω ότι το πιστεύω πως θα τα καταφέρει».