Η Πόπη Τσαπανίδου σε συνέντευξη της στο περιοδικό People και στον Μαρίνο Βυθούλκα, αναφέρεται στις δίδυμες κόρες της Ευτυχία και Μαρίνα οι οποίες έχουν φύγει από την Ελλάδα τα τελευταία δέκα χρόνια, ενώ η μεγάλη της κόρη, η Εύα, είναι στην Αθήνα και συνεργάζεται με τη μητέρα της.

«Έχουμε πολύ ωραία σχέση με τα παιδιά μου και βλεπόμαστε αρκετά συχνά. Μάλιστα έχει συμβεί να δώσουμε και ραντεβού σε κάποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα ώστε να κάνουμε μίνι διακοπές όλες μαζί. Πέρα από μαμά, πάντα προσπαθούσα να είμαι και φίλη τους. Συνήθως, εκείνες με έκοβαν! Ήμουν αυστηρή μαμά, γιατί φοβόμουν πολύ. Μάλιστα η μία από τις τρεις, μου λέει χαριτολογώντας «μαμά, μας έχεις κάνει πολύ φοβιτσιάρες». Σε γενικές γραμμές, υπήρχε πάντα αμοιβαία εμπιστοσύνη και απεριόριστη αγάπη», τονίζει.

Η ίδια εξομολογείται ακόμα για όσες στεναχώριες και θλίψη έχει περάσει στη ζωή της: «Αν δεν κλάψεις, δεν μαθαίνεις να εκτιμάς».

Τα τελευταία χρόνια, η δημοσιογράφος διανύει μια όμορφη προσωπική ζωή και με τον σύντροφό της, Νίκο Ιατρού, κάνουν πράγματα που εμπνέουν και τους δυο. «Είμαστε μια χαρά και ανάμεσά μας επικρατεί μια όμορφη κατάσταση. Με την σοφία των 52 χρόνων που έχω και ύστερα από όσα έχω ζήσει, θα σου πω όταν μια σχέση δεν πηγαίνει καλά, για να την φτιάξεις χρειάζονται δυο. Δεν φτάνει μόνο ο ένας. Οπότε, αν δεν υπάρχει διάθεση και από τους δυο πρέπει να τελειώσει. Στις καλές σχέσεις, περνάς καλά χωρίς να προσπαθείς», αρκείται να πει στη συνέντευξη της.

Ύστερα από 52 χρόνια ζωής, με πολλά σκαμπανεβάσματα, ανηφόρες, κατηφόρες, αλλά και όμορφες στιγμές, η μεγαλύτερη διδαχή που πήρε είναι μια: «Δεν αγαπάμε πολύ τον εαυτό μας. Όταν αγαπάς τον εαυτό σου, τότε μπορείς να προσφέρεις αγάπη σε όλο τον κόσμο. Το σημαντικό τελικά, είναι να ανακαλύψουμε τη δύναμη που έχουμε μέσα μας. Αυτή η δύναμη θα μας βοηθήσει να απολαύσουμε τη ζωή, αλλά και να φροντίσουμε τους ανθρώπους που μας χρειάζονται. Αυτό λοιπόν πρέπει να κάνουμε. Να φροντίζουμε τους εαυτούς μας και όχι να τους μαστιγώνουμε. Να μάθουμε να προσφέρουμε. Η ζωή μου έχει μάθει πως όσο δίνω, προσφέρω και νοιάζομαι, τόσο παίρνω πίσω».