Στις φίλιες που έχει αποκτήσει στον χώρο της υποκριτικής αναφέρθηκε μεταξύ άλλων η γνωστή ηθοποιός, Πηνελόπη Πιτσούλη, στη συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό Λοιπόν και στην Ρενέ Σαραντινού

Έχεις πολλούς φίλους από το χώρο, με τους οποίους διατηρείς τόσο καλή σχέση για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα;

Αυτούς που έκανα φίλους τους έκανα και κουμπάρους, τους βάφτισα το παιδί ή τους πάντρεψα. Τον Σταμάτη Γαρδέλη τον πάντρεψα, χώρισε αλλά δεν φταίω εγώ, στη Βίκυ Καπετάνη βάφτισα το παιδί. Της Θεοδώρας Σιάρχου επίσης της βάφτισα το παιδί, έχω φίλους στο θέατρο. Κάνουμε μια δουλειά που δεν ισχύει το ότι σκοτώνουμε τα άλογα όταν γεράσουν. Δεν μπορούν να τα σκοτώνουν γιατί τα χρειάζονται. Ποιος θα κάνει τις μεγάλες γυναίκες, τις μαμάδες, τις γιαγιάδες; Όταν ο ρόλος έχει μια μαμά 70 – 80 χρονών, ποιος θα την κάνει; Εγώ έχω αποσυρθεί, βαριέμαι που ζω και είπα: «Φτάνει μέχρι εδώ, δεν θέλω», δεν μπορώ τη σκλαβιά, το κάθε μέρα εκεί και οπωσδήποτε.

Πάντα ήσουν της επιλογής, δεν αναλώθηκες, δεν «ξοδεύτηκες».

Πάντα ήμουν της επιλογής, ποτέ δεν αναλώθηκα, δεν ξοδεύτηκα, όχι.

Η Δέσποινα Βανδή, που είναι τραγουδίστρια, στην αφίσα είναι μπροστά από εσένα, τον Γιώργο Κωνσταντίνου, την Ελένη Γερασιμίδου…

Ουδέν σχόλιον, το προσπερνώ, είναι η τακτική του γάμου μου. Αν σταθείς εκεί, θα πρέπει να μη δουλεύεις. Ό,τι ήταν να διεκδικήσω το διεκδίκησα στον καιρό μου, τώρα ο άντρας μου λέει: «Ο καλός μπακάλης την καλή του φέτα τη βγάζει στη βιτρίνα, για να την πουλήσει. Δεν θέλει; Βγάζει τη δεύτερη φέτα, ας φάει δεύτερη φέτα ο… θεατής, τι σε νοιάζει εσένα;». ούτε ρωτάω ποιος αποφασίζει, τι αποφασίζει… Καμιά φορά μου λένε: «Στεναχωρήθηκες;» και απαντάω : «Θύμωσα, τσατίστηκα, άλλα και η τσατίλα περνάει, για κάποια πράγματα, αν γίνονται στραβά». Δεν κοιτάζω τα στραβά, δεν με αφορούν, δεν θέλω να χαλιέμαι. Όποιος θέλει ας μπει μπροστά κι ας τραβήξει το «καράβι», για να έχει ευθύνη. Στην Ελλάδα δεν μπορεί να αλλάξει κάτι, γιατί είναι όλα δρομολογημένα.

Και πού πηγαίνουμε;

Στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Την ελπίδα του λαού, αφού έσκαψαν ένα λάκκο, την έβαλαν μέσα, την κουκούλωσαν, και ο λαός δεν ελπίζει και δεν νοιάζει κιόλας.