Για ένα μεγάλο διάστημα υπήρξε το αγαπημένο θέμα των μεσημεριανών, κυρίως, εκπομπών. Ο γάμος της και κατόπιν ο επεισοδιακός χωρισμός με τον κατά πολύ νεότερο της Φραν, από την Αλβανία πουλούσαν σαν τρελά κι έγιναν βούτυρο στο ψωμί των κουτσομπολίστικων εκπομπών και περιοδικών, που έφτασαν στην υπερβολή με την ιστορία της Ρούλας Βροχοπούλου.

Η πρώην αεροσυνοδός, που έγινε αρχικά γνωστή μέσα από τη συμμετοχή της στο ριάλιτι του ΑΝΤ, «The Wall», μετά την υπερέκθεσή της, αποτραβήχτηκε από τα φώτα της δημοσιότητας. Και για πολύ καιρό δεν είχαμε νέα της. Τώρα, «έσπασε» τη σιωπή της και μίλησε στην κάμερα της εκπομπή «Happy day» για τη σχέση της με τον Φραν, αλλά και πώς είναι σήμερα η ζωή της.

«Όταν όλα τα φώτα πέφτουν πάνω σου, κάπου τρελαίνεσαι. Νόμιζα ότι δημοσιοποιώντας το πρόβλημά μου θα με συμπονέσουν, θα με λυπηθούν, θα επιτύχω τον σκοπό μου. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι έγινε ένας γάμος μόνο για τα οικονομικά συμφέροντα. Ήταν λάθος όλο αυτό. Αν δεν είχα παιδί δεν θα ήταν κακό να παντρευτώ, αλλά με ένα παιδί να παντρευτώ ένα άλλο παιδί, γιατί ο γιος μου ήταν 17 και ο Φραν 26. Τι πήγα και έκανα στα 56 μου; Κατάλαβα ότι είχα κάνει λάθος με τον Φραν, όταν μου πήρε ένα σεβαστό ποσό χρημάτων και έφυγε, όταν άρχισα να υποθηκεύω ακίνητη περιουσία, διαμερίσματα, την πολυκατοικία μου, καταστήματα, όταν έφυγε και δεν με λυπήθηκε καθόλου», δήλωσε αρχικά.

Και συνέχισε: «Ξέρω ότι ο Φραν ζει καλά, έχει κάνει οικογένεια, έχει πάρει μια υπέροχη μικρότερή του κοπέλα, έχει κάνει τρία παιδάκια. Έχει ένα κατάστημα με αλουμίνια και κάνει κατασκευές. Δεν έχουμε καμία απολύτως επικοινωνία, αλλά έχω μπει στο facebook με άλλο όνομα και βλέπω τα πάντα. Εκείνος έκανε αποδοχή γιατί έβαλα κοπέλα ωραιοτάτη».

Όσο για τη δική της ζωή, είπε: «Δοξάζω τον Θεό που δεν έχασα το παιδί μου. Του είπα ότι η μαμά τρελάθηκε, έπαθε κατάθλιψη, έπαθε γεροντοέρωτα. Δεν βρήκα κανέναν εκατομμυριούχο, έναν φτωχό Αλβανό βρήκα, τον αγάπησα τον πήρα. Τι να κάνουμε τώρα; Δεν ρωτάει η καρδιά. Μετά το παιχνίδι είχα πάει στην Κύπρο, τραγούδησα καραόκε και πήρα 15,000 ευρώ. Στο Αγρίνιο, σε ένα μπαρ, μου έδωσαν 4,000 ευρώ για να λέω καλησπέρα, καλωσήρθατε».