Στα μέσα δεκαετίας του '70 στη Λάρισα. Στην πίστα του «Μοκάµπο», γνωστού νυχτερινού κέντρου της περιοχής, ανεβαίνει για πρώτη φορά ένα νεαρό κορίτσι, όµορφο αλλά και µε ιδιαίτερη φωνή, ατόφια λαϊκή.

Ηταν η Κατερίνα Στανίση που µόλις είχε έρθει από τη Γερµανία, µαζί µε την οικογένειά της, αποφασισµένη να ακολουθήσει τη µεγάλη της αγάπη για το λαϊκό τραγούδι αλλά και να δουλέψει σκληρά για να αποκτήσει επιτέλους µια καλύτερη ζωή. Και το πέτυχε.

«Επιασα για πρώτη φορά µικρόφωνο στα 16 µου, σε ένα νυχτερινό κέντρο της Γερµανίας που σύχναζαν Ελληνες. Το 1974 ήρθα στην Αθήνα µε µια βαλίτσα που είχε µέσα λίγα ρούχα και πολλά όνειρα για µια καλύτερη ζωή. Είχα µεγαλώσει µε πολλές στερήσεις...» διηγείται η ίδια στο Έθνος.

Παρά το νεαρό της ηλικίας της, είχε το τσαγανό να κυνηγήσει το όνειρό της για µια καριέρα στο τραγούδι. Πήγε λοιπόν και βρήκε έναν από τους πιο γνωστούς µάνατζερ της εποχής, τον Νίκο Καραδηµητρίου, γνωστό και ως Νίκολσον.

Εκείνος την άκουσε, του άρεσε η φωνή της και την έβαλε στο σχήµα του «Μοκάµπο» της Λάρισας, στο οποίο συµµετείχε τότε και ο επίσης νεαρός Πασχάλης Τερζής. «Πώς ήταν η ατµόσφαιρα ενός επαρχιακού “σκυλάδικου” της εποχής;» Και εκείνη απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη: «Οι συνθήκες στη νύχτα της επαρχίας ήταν σκληρές, άγριες. Πολύ γλέντι, πολύ λουλούδι, πολύ πιάτο, από το οποίο κινδυνεύαµε κάθε βράδυ, πολλές απαιτήσεις. Αγωνίστηκα µέχρι να καταφέρω να κάνω τις πρώτες µου επιτυχίες. Επρεπε να σταθώ σε έναν χώρο ανδροκρατούµενο, να διασκεδάσω τους θαµώνες και κάποιους µε επιθετική συµπεριφορά.

Ηταν µέσα στις υποχρεώσεις µας να πηγαίνουµε στα τραπέζια αν το ζητούσε κάποιος πελάτης. Επρεπε να δείχνουµε διαθέσιµες, γι’ αυτό και απαγορεύονταν οι σχέσεις µεταξύ των εργαζοµένων. Αν µάθαινε το αφεντικό ότι µια τραγουδίστρια τα είχε φτιάξει µε έναν σερβιτόρο, την έδιωχνε επί τόπου από το µαγαζί. Αυτό µας είχε κάνει να φοβόµαστε να µιλήσουµε µεταξύ µας. Μια κουβέντα να έλεγες µε τον άλλο, κυκλοφορούσε η φήµη ότι τα έχετε και κινδύνευες να χάσεις τη δουλειά σου. Ορισµένα αφεντικά µάλιστα πίεζαν τις τραγουδίστριες και για περισσότερα πράγµατα... Η καθεµία έκανε την επιλογή της. Εγώ αυτό δεν το δέχτηκα ποτέ. Εκανα τις παραχωρήσεις µου. Ποιος δεν έχει κάνει παραχωρήσεις στη δουλειά του; ∆εν έκανα όµως ποτέ κάτι για το οποίο να ντρέποµαι».

Τέσσερα χρόνια δούλεψε στη επαρχία µέχρι να έρθει η στιγµή να κατέβει στην Αθήνα. Ηταν για εκείνη η πρώτη µεγάλη νίκη. Επιτέλους θα τραγουδούσε στην πρωτεύουσα, σε καλύτερες συνθήκες και µε καλύτερες προοπτικές.