Μετά από χρόνια απουσίας ο Γιάννης Μπέζος επέστρεψε στα τηλεοπτικά δρώμενα μέσα από από μια σειρά του ΑΝΤ1 «Πέτα τη φριτέζα». Ο γνωστός ηθοποιός μίλησε στο «7μέρες TV» και μεταξύ άλλων, αποκάλυψε τι ήταν αυτό που τον έκανε να επιστρέψει τηλεοπτικά.

- Σας είχε λείψει η μικρή οθόνη;
«Όχι. Δεν έχω τέτοια ελλείμματα, τα έχω χορτάσει και με το παραπάνω. Επανήλθα με την έννοια ότι είδα κάτι που είχε ενδιαφέρον, μέσα στο οποίο μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου. Και όχι απλώς για να γίνει μια δουλειά στην τηλεόραση».

- Πρώτο κριτήριο για να επιλέξετε μια σειρά είναι η ιστορία ή οι συνεργάτες
«Είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων, από μόνο του το καθένα δεν λέει κάτι. Όμως, συνήθως οι συνεργάτες συνυπάρχουν με το καλό κείμενο. Βέβαια, έπειτα από τόσα χρόνια, και επειδή λίγο-πολύ γνωριζόμαστε σε αυτήν τη δουλειά, με έναν τρόπο βρισκόμαστε χωρίς να το επιδιώκουμε. Δεν είναι μόνο οι ηθοποιοί είναι και οι σκηνοθέτες και το τεχνικό προσωπικό, το θέμα της παραγωγής. Όλα αυτά πρέπει να βρίσκονται σε ενιαίο κλίμα και όταν γίνεται αυτό, πάντα έχουμε επιτυχία. Γι’ αυτό και δυσκολευόμαστε κάποιες φορές. Δεν είναι ενιαίο το κλίμα. Είναι λίγο κουρελού η κατάσταση και αυτό το αντιλαμβάνεται ο θεατής, χωρίς να το καταλαβαίνει απόλυτα».

- Υπάρχει κάτι ιδιαίτερο στο ρόλο του Ανδρέα που σας κίνησε το ενδιαφέρον;
«Ο Ανδρέας είναι ένας άνθρωπος της βιοπάλης, ο οποίος ζει στην επαρχία. Αλλά να σας πω την αλήθεια, δεν με ενδιαφέρουν καθόλου αυτά. Όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι. Δεν δίνω και μεγάλη σημασία στο ρόλο. Θεωρώ τον εαυτό μου καλύτερο από τους ρόλους που κάνω και τους φέρνω σε μένα. Γιατί οι θεατές παρακολουθούν τους ηθοποιούς και όχι τους ρόλους».

- Άρα, το κοινό επιλέγει ηθοποιούς και όχι σειρές.
«Μόνο. Και βασικά επιλέγει ανθρώπους, ούτε καν τους ηθοποιούς. Επιλέγει, δηλαδή, να παρακολουθεί την πορεία ενός ανθρώπου που έχει κάτι να του πει. Έναν άνθρωπο ο οποίος επί σειρά ετών του κρατά συντροφιά. Αυτή είναι η καταξίωση η δική μας σε βάθος χρόνου, όλα τα άλλα είναι τρίχες. Τα νούμερα, η προβολή είναι ανόητα και μέσα στο χρόνο διαλύονται. Αυτό που μένει είναι το αν σε κρατάει στην καρδιά του ο θεατής».