Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης ο νεότερος μιλά για τον άνθρωπο που σημάδεψε το ελληνικό τραγούδι.

Ο γιος του σερ του ελληνικού τραγουδιού, σε πρόσφατη συνέντευξή του αποκαλύπτει τις τελευταίες συγκλονιστικές στιγμές του πατέρα του και τη δύσκολη απόφαση που έπρεπε να πάρει εκείνος και η μητέρα του…

Τι άνθρωπος ήταν ο πατέρας σου;

«Ηταν πολύ γενναιόδωρος. Είχε επενδύσει στο κεφάλαιο «άνθρωπος» και έκλαιγε όταν έβλεπε φτωχούς. Δεν άντεχε. Θυμάμαι ότι καθημερινά χτυπούσε κόσμος την πόρτα του σπιτιού και τους βοηθούσε. Πέρασε μεγάλες φτώχειες και μεγάλη δυστυχία στην οικογένειά του. Και πάντα ευγνωμονούσε το μπουζούκι, γιατί αυτό του έδωσε ψωμί. Και όταν έγινε μεγάλος και τρανός, δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να βοηθάει. Επίσης, πριν φύγει από τη ζωή, έλεγε με παράπονο ότι τον ενοχλούσε που οι παλιότερες γενιές δεν έδιναν τα φώτα τους στους νεότερους. Μου έλεγε: «Εξω από την Τριάνα του Χειλά πέτυχα τη Βίκυ Μοσχολιού κλαμένη και την πήρα μέσα. Μόλις την άκουσα τρελάθηκα με τη φωνή της και την πήγα στον Ξαρχάκο. Είπε το τραγούδι της “Λόλας” και έγινε η μεγάλη Βίκυ». Το ίδιο μου έλεγε για την Πόλυ Πάνου, που την είχε φέρει από την Πάτρα σε ηλικία 14 ετών και την είχε μαζί του στο σχήμα. Το ίδιο και με τη Γαλάνη, που την έπαιρνε από το χεράκι και την έβγαζε μαζί του στη σκηνή».

Με τη μητέρα σου Μεταξία έμειναν μαζί έως το τέλος της ζωής του...

«Είχαν μια τρομερή αγάπη... αγάπη ζωής. Εγώ μετά τον θάνατο του πατέρα μου δεν μπόρεσα ποτέ να ξαναπάω στο νεκροταφείο, στον τάφο του. Στους έξι μήνες, λοιπόν, που κάναμε το μνημόσυνο, εγώ καθόμουν έξω από την εκκλησία. Με παίρνει ο γιατρός της και μου λέει: «Γρηγόρη, η μαμά σου έχει καρκίνο». Το έπαθε από τη στενοχώρια της για τον χαμό του μπαμπά. Ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ και το αντιμετώπισε με μεγάλη επιμονή. Ωστόσο, η μαμά μου ζει με τις αναμνήσεις του μπαμπά μου. Αν έρθεις στο σπίτι στον Κάλαμο, θα πιστέψεις ότι ζει και ο μπαμπάς μου μαζί της. Εχει εκείνο το παράπονο και τη θλίψη που είχε όταν έφυγε από κοντά της. Γυρνάει με τις φωτογραφίες αγκαλιά και τις δείχνει όταν την επισκέπτονται φίλοι... Σαν να μην έφυγε ποτέ».

Περάσατε έναν μεγάλο γολγοθά με την ασθένειά του και μαζί αγωνιούσε και όλη η Ελλάδα...

«Υπάρχει η εντύπωση ότι ο μπαμπάς μου είχε καρκίνο. Δεν ισχύει... Είχε χρόνιο ανεύρυσμα στην κοιλιακή αορτή, έκανε δύο επεμβάσεις και έπρεπε το μόσχευμα που είχε φθαρεί να το αλλάξουν με μια τρίτη επέμβαση. Ομως ήταν ήδη 83 ετών. Οταν μπήκαμε στο νοσοκομείο και ενώ δεν είχε ποτέ πρόβλημα με την καρδιά, στο στεφανιογράφημα βρέθηκε με τρεις βουλωμένες αρτηρίες. Οπότε έπρεπε να μπει χειρουργείο, να φτιάξει πρώτα την καρδιά του και μετά να κάνει χειρουργείο για το μόσχευμα. Και είχε τέτοια κράση που έκανε και το πρώτο χειρουργείο και πέτυχε, και έκανε και το δεύτερο για το μόσχευμα, και πέτυχε. Κάποια στιγμή, λοιπόν, επειδή έτρωγε γρήγορα, η τροφή πήγε στα πνευμόνια. Μπήκε στην Εντατική και δεν βγήκε ποτέ... Μία από τις εκείνες τις μέρες με κάλεσαν οι γιατροί να πάρω μια απόφαση. Είχε ήδη αρχίσει η σηψαιμία στο πόδι του. Ωστόσο, είχε πλήρη διαύγεια και μας μιλούσε κανονικά. Δυστυχώς για εμάς. Αντιλαμβανόταν ότι θα πεθάνει και ότι δεν θα βγει από εκεί. Επρεπε, λοιπόν, να πάω και να του πω ότι έπρεπε να του κόψουν το πόδι. Οι στιγμές εκείνες ήταν τραγικές και σκεφτόμουν πώς θα του το πω. Η μαμά μου ήταν αρνητική στο να του κόψουν το πόδι. Τότε της είπα: «Προτιμάς να τον έχεις στο σπίτι με το ένα πόδι ή να μην τον έχεις καθόλου;» Ωστόσο, η απόφαση ήταν καθαρά δική του. Την ημέρα που πήγα να του το ανακοινώσω, λίγα λεπτά νωρίτερα είχε ξεψυχήσει», αναφέρει στην Espresso.