Στο περιοδικό Down Town μίλησε για το θέατρο, τη ζωή, αλλά και το θάνατο και παραδέχεται πως δεν έχει την καλύτερη σχέση με την εκκλησία, ενώ προτιμά μετά το θάνατο της να την κάψουν παρά να γίνει ταφή, η αγαπημένη ηθοποιός, Ντίνα Κώνστα.

Η καθημερινότητά σας σήμερα πώς είναι;

Πολύ άσχημη γιατί, όπως σου είπα, δεν μπορώ να βγω από το σπίτι. Ούτε μέχρι το μπαλκόνι δεν μπορώ να πάω τα πρωινά. Έχω αλλεργία στις σφήγκες, τις μέλισσες και τα κουνούπια. Και αυτό μου απαγορεύει να κινηθώ. Κάθε φορά που θέλω να επισκεφθώ τον γιατρό, φοράω ένα βραχιολάκι που έχει σχήμα σταυρού για να προστατεύομαι από τις σφήκες. Θα με βλέπει ο κόσμος και θα σκέφτεται: «σε ποιο τάγμα ανήκει τώρα αυτή και το φοράει;».

Την ηλικία σας την λέτε;

Δεν την λέω την ηλικία μου γιατί πολλά χρόνια μαζευτήκανε. Και δεν κατάλαβα πώς πέρασαν. Δεν θέλω να μιλάω για ηλικίες και δεν τις καταλαβαίνω κιόλας. Μου λένε: «Πόσο χρονών τον κάνεις αυτόν;». «Δεν ξέρω ρε παιδιά και δεν με νοιάζει να μάθω». Επίσης, δεν μ΄ αρέσει να με ρωτάνε «πόσο χρονών είσαι;». Είναι βαριά τα πολλά χρόνια. Εγώ ήμουν πάντα πολύ ζωηρή, πολύ ζωντανή και τώρα λέω «τι μένει;».

NTINA.jpg

Το έχετε απαντήσει αυτό; Τι μένει τελικά;

Τίποτα. Γι΄ αυτό και εγώ επειδή δεν έχω τις καλύτερες σχέσεις με τις εκκλησίες και το παπαδαριό, έχω ζητήσει να με κάψουν. Βέβαια. Δεν τις θέλω τις ταφές. Το θεωρώ μεγάλη προσβολή του ανθρώπου. Βγάζουν λεφτά θάβοντάς σε. Αυτό είναι εκμετάλλευση. Έχω δει στα νεκροταφεία να βγάζουν τους ανθρώπους άλιωτους ακόμη, με τα καροτσάκια της οικοδομής και να τους σπάνε τα κόκκαλα για να χωρέσουν μέσα. Το έχω πει πολλά χρόνια. Θέλω να με κάψουν και να ρίξουν τη στάχτη μου στη θάλασσα. Θαλασσινή ήμουν πάντα. Η αδερφή μου εναντιώνεται. «Μα δεν θέλεις να θαφτείς εδώ, που έχει ένα ωραίο νεκροταφείο που βλέπει και θάλασσα, να ‘μαστε μαζί και να μιλάμε;». Της λέω «δεν μιλάμε τώρα που είμαστε ζωντανές, θα μιλάμε πεθαμένες;».

Με την εκκλησία ανέκαθεν δεν είχατε καλές σχέσεις;

Όταν ήμουν μικρή ήταν υποχρεωτικό το κατηχητικό. Ήταν «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Και οι βασιλείς. Μια Κυριακή είχαμε να ξεκουραστούμε -γιατί και τα Σάββατα πηγαίναμε στο σχολείο- και έπρεπε να είμαστε στο κατηχητικό. Διάβαζα τότε ένα μυθιστόρημα από τη βιβλιοθήκη και πήγαινα και τους διηγούμουν τη συνέχεια. Έπιαναν ύστερα τη μαμά μου και της έλεγαν: «Καλύτερα η κόρη σας να μην έρχεται εδώ γιατί θα χαλάσει και τις άλλες». Μου άρεσαν πάντα, τα ταπεινά εκκλησάκια. Βλέπω κάτι μοναχικά εκκλησάκια, ασπρισμένα που έχουν και λίγο μπλε. Εκεί μπαίνω μέσα και ανάβω ένα κεράκι για κάποιους ανθρώπους.