Για τα παιδικά του χρόνια, αλλά και την εγκατάλειψη από τον πατέρα του, μίλησε στην Espresso και τον Αλκίνοο Μπουνιά, ο Κώστας Βενετσάνος.

Πού γεννήθηκες;

Στη Θεσσαλονίκη του πολέμου! Πέρασα δύσκολα παιδικά χρόνια, όχι μόνο λόγω της άσχημης περιόδου που διένυε τότε η Ελλάδα, αλλά και γιατί μας εγκατέλειψε ο πατέρας μου όταν ήμουν οκτώ μηνών.

Πολύ κακό για ένα παιδί αυτό…

Τόσο κακό, που, όταν μεγάλωσα και μπήκα στον καλλιτεχνικό χώρο, δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω το επίθετο του πατέρα μου κι έτσι χρησιμοποίησα το ψευδώνυμο «Βενετσάνος».

Ποιο είναι το κανονικό επίθετό σου;

Δεσποινόπουλος.

Να υποθέσω ότι με τον πατέρα σου είχατε μια κόντρα μέχρι τέλους;

Τον είδα δύο φορές στη ζωή μου, για πρώτη φορά σε ηλικία 10 ετών και αργότερα, όταν ήμουν γνωστός κι έκανα τηλεόραση, ήρθε και με βρήκε εκείνος για περιουσιακούς λόγους. Οταν πέθανε στη Βραζιλία, όπου ζούσε, δεν πήγα στην κηδεία του. Δεν ένιωθα την ανάγκη να πάω. Η αλήθεια είναι ότι δεν τον συγχώρησα ούτε μετά τον θάνατό του. Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερο έγκλημα από το να εγκαταλείπεις το παιδί σου, και μάλιστα σε αυτή την τόσο τρυφερή ηλικία… Εκανε οικογένεια με μια άλλη γυναίκα. Εξαφανίστηκε από εμάς το 1939 και επανεμφανίστηκε το 1948 μ’ ένα εξώγαμο παιδί, αγόρι κι αυτό, ζητώντας από τη μητέρα μου να του δώσει διαζύγιο για να το αναγνωρίσει – όπως κι έγινε.

Με τη μητέρα σου είχες μεγάλο δέσιμο;

Είχα μια πάρα πολύ καλή μητέρα, την κυρία Αννα, η οποία στάθηκε βράχος στο πλευρό μου. Ηρθαμε στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη όταν ήμουν πέντε ετών – το αποφάσισε η ίδια. Περάσαμε διά πυρός και σιδήρου. Εκείνη ξενοδούλευε κι εγώ σπούδαζα σε νυχτερινό, ενώ παράλληλα δούλευα. Κοντά στο σπίτι μας υπήρχε μια βιοτεχνία πλαστικών, στην οποία εργαζόμουν, και από αυτή τη δουλειά έχω ένσημα από την ηλικία των 12 χρόνων. Η μητέρα μου, η οποία όταν μπήκα στον καλλιτεχνικό χώρο ήταν μαζί μου στα κέντρα όπου εμφανιζόμουν, ακόμη και στις οντισιόν μου, ήταν η βασίλισσά μου και την πρόσεχα πολύ μέχρι το τέλος της ζωής της.

vene.jpg