Είναι ένας άνθρωπος που τον γνώριζε αρκετά και τον είχε επισκεφθεί λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Άλλωστε, οι δυο τους γνωρίζονταν αρκετά χρόνια μέσα από την υποκριτική και διατηρούσαν καλές φιλικές σχέσεις.

Ο ηθοποιός Πάνος Σταθακόπουλος σε συνένευξή του μίλησε για τη μάχη του Χρήστου Σιμαρδάνη με τον καρκίνο.

Διαβάστε όσα είπε στο περιοδικό "Λοιπόν":

Πριν από λίγες ημέρες έφυγε από τη ζωή ο Χρήστος Σιμαρδάνης, με τον οποίο διατηρούσες 20ετή φιλία.
Ο φίλος Χρήστος... Εδώ και 20 χρόνια τον ευχαριστώ που με έκανε φίλο του και μου εμπιστεύτηκε παρά πολλά πράγματα. Δουλέψαμε μαζί, μιλάγαμε με τις ώρες στο τηλέφωνο τα βράδια, μετά τις παραστάσεις, όταν δεν μπορούσαμε να βγούμε έξω. Είχε μια στάση ζωής που του βγάζω το καπέλο, μια δική του φιλοσοφία. «Έφυγε» νωρίς, γιατί η αρρώστια δεν του έδωσε το χρόνο να το παλέψει, αλλά με αξιοπρέπεια. Αυτούς , τους λίγους μήνες που του έμεναν να ζήσει είχε δίπλα του πολλούς καλούς φίλους, δεν έμεινε στιγμή μόνος. Όλα αυτά τα χρόνια έχω να θυμάμαι πάρα πολλά. Τελευταία φορά τον είδα πριν από ένα μήνα, που πήγα με την Τζόυς Ευείδη στο σπίτι του να τον επισκεφτούμε, ξέροντας βέβαια την κατάσταση του.

Πώς ήταν;
Ήταν καταβεβλημένος, αλλά με το που μας είδε, χάρηκε πολύ, ήξερε ότι θα πάμε, το ήθελε και ήταν μέσα στο χιούμορ.

Γνώριζε την κατάσταση της υγείας του;
Δεν τη γνώριζε... ή τη γνώριζε; Ποτέ δεν το καταλάβαμε αυτό. Δεν ήθελε να μας πικράνει, να παίξουμε θέατρο για να του λέμε: «Όχι, δεν είναι έτσι». Αυτό ίσως συνέβη γιατί μετά τους γιατρούς, που είπαν τι έχει, δεν μπαινόβγαινε σε νοσοκομεία. Έμεινε στο σπίτι του, δεν έκανε χημειοθεραπείες, οπότε δεν μπορούσε να το φανταστεί...Ήταν στο σπίτι του. Πόσο άρρωστος να φανταστεί ότι ήταν, αφού δεν πήγαινε στους γιατρούς και δεν έκανε χημειοθεραπείες; Κάποιες στιγμές, όταν λέγαμε κάτι, πετούσε με πολύ χιούμορ: «Εντάξει, δεν πέθανα ακόμη», και γελούσαμε όλοι. Δεν γνώριζε, σίγουρα, το ότι γιατροί του είχαν δώσει 3 μήνες ζωής. Είχε 4 όγκους στον εγκέφαλο και ο ένας πάρα πολύ μεγάλος, δεν γνώριζε ακριβώς την κατάσταση του.

Συνέβησαν όλα πολύ γρήγορα. Όλα έγιναν ξαφνικά, μέσα σε λίγους μήνες, δεν του είχαν δώσει καθόλου δείγματα πριν. Άρχισε να ρωτάει κάποια πράγματα, που οι άλλοι θεωρούσαν ότι κάνει χιούμορ. Την ίδια στιγμή, ξεχνούσε κάποια βασικά πράγματα. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι δεν θυμάται, λέγαμε ότι κάνει πλάκα. Στην αρχή στη δουλειά και μετά κάποια στιγμή ξέχασε το δρόμο για το σπίτι του. Εκεί άρχισε να συνειδητοποιεί ότι κάτι συμβαίνει. Με παρότρυνση των φίλων μπήκε στο νοσοκομείο και είδε τι συμβαίνει. Το χιούμορ του ήταν εκεί, μέχρι την τελευταία στιγμή. Μας παρακαλούσε, μας ικέτευε, πάνω από 100 φορές, να μη φύγουμε από το σπίτι του όταν είχαμε πάει με την Τζόυς, μας έλεγε: «Μη μου φύγετε, σας παρακαλώ, υποσχεθείτε μου ότι θα μείνετε εδώ, ορκιστείτε μου ότι δεν θα με αφήσετε και θα φύγετε.

Πονούσε, είχε αλλάξει η όψη του;
Όχι, «έφυγε» χωρίς πόνους. Δεν πόνεσε καθόλου, δεν μπήκε στη διαδικασία των ενέσεων και των χημειοθεραπειών, απλώς μέρα με τη μέρα τον κατέβαλε η ασθένεια στο να μην μπορεί να περπατήσει, να κάνει πράγματα, ούτε να δει καλά, γιατί είχε μείωση της όρασης. Κατέπεσε τώρα τελευταία, χωρίς να νιώθει πόνο, καθόλου, κι αυτό ήταν παρήγορο. Έζησε καλά, με ό,τι ήθελε, με τα ταξίδια του, με αξιοπρέπεια, ήταν κύριος...

«Έφυγε» νεότατος. Από εκείνον κρατάω το χιούμορ, το χαμόγελο του, τη φιλοσοφία που είχε για τη ζωή. Τρύγησε τη ζωή του, ζούσε πραγματικά, δεν ήταν μίζερος, ήταν άρχοντας. Ήταν μία μεγάλη αγκαλιά, ένα μπουκέτο λουλούδια. Ήταν άτυχος, γιατί δεν του δόθηκε ο χρόνος να πολεμήσει την αρρώστια του, αν την πολεμούσε... Είχε οικογένεια τους φίλους του, οι οποίοι ήταν εκεί, μέρα και νύχτα. Δεν έμεινε στιγμή μόνος του. θα μου λείψουν τα βράδια που μιλούσαμε στο τηλέφωνο. Μου έστελνε μήνυμα στο facebook: «Είσαι σπίτι να τα πούμε;» Όπου πιάναμε το τηλέφωνο και ξεχνούσαμε να το κλείσουμε.